Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

Το Λαφονήσι ….


«Υπόθεση Ελαφονήσι: Ποιος θα σώσει αυτόν τον παράδεισο;»

Τυχαία μπήκα στο site. Τυχαία διάβασα το άρθρο. Τυχαία αντίκρισα τις φωτογραφίες με τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες μέχρι την θάλασσα κι έπαθα σοκ. Διάβασα το κείμενο και το σοκ μεγάλωσε, ακινητοποίησε το μυαλό, μούδιασε και πάγωσε το κορμί μου όλο. Όταν οι αισθήσεις πήραν μπρος μετά από κάποιες στιγμές, οι αναμνήσεις, οι θύμησες κι οι εικόνες του χθες ξεπήδησαν, μπλέχτηκαν και κουβαριαστήκαν σαν σε πάλη με το σήμερα, συγκρούστηκαν κι αντάριασα.
Τέλη της δεκαετίας του 1960 ήταν, όταν τέσσερεις νεολαίοι στριμωγμένοι σ’ ένα Datsun αγροτικό, πήραμε την απόφαση και την τρέλα να επισκεφτούμε το Λαφονήσι. Οι δρόμοι της Κρήτης και ιδιαίτερα οι επαρχιακοί τότε ήταν στενοί, τραχείς και δύσβατοι, όμως τα νιάτα δεν λογάριαζαν και δεν λογαριάζουν τέτοιες δυσκολίες.
Περασμένες εννιά και μετά από δυόμιση ώρες, φτάσαμε μέχρι εκεί που πήγαινε ο δρόμος τότε, στο μοναστήρι δηλαδή της Παναγιάς της Χρυσοσκαλίτισσας. Μονή αιώνων. Ένα εντυπωσιακό, κατάλευκο κτίσμα, χτισμένο πάνω σε ένα μεγάλο βράχο με θέα στο Λιβυκό πέλαγος. Η παράδοση αναφέρει ότι η ιερότητα του χώρου αρχίζει με την εύρεση της εικόνας της Κοίμησης της Θεοτόκου σε κόγχη του βράχου. Σύμφωνα πάντα με την παράδοση το τελευταίο από τα 98 σκαλοπάτια που είχε η μονή όταν κτίστηκε ήταν ολόχρυσο. Πουλήθηκε, όμως, επί Τουρκοκρατίας. Πάντα συνεχιζόμενης της Τουρκοκρατίας, την ημέρα του Πάσχα του 1824 έγινε η μεγάλη σφαγή στο Ελαφονήσι από τους Τουρκοαιγύπτιους. Στο πέρασμά τους κατέστρεψαν δέκα εκκλησίες της περιοχής. Πέρασαν κι από τη Χρυσοσκαλίτισσα που ήταν έρημη. Ήθελαν να την ισοπεδώσουν, αλλά τους εμπόδισε ένα σμήνος μελισσών, που είχε για κυψέλη την κόγχη που βρίσκεται το εικονοστάσι το οποίο συναντούμε, όταν ανεβαίνουμε στη Μονή.
Δεν ήμασταν όμως εκεί για ιστορικές ή θρησκευτικές αναδρομές κι αναζητήσεις, ο στόχος μας ήταν και παράμενε το Λαφονήσι που βρισκόταν 5 χλμ. νότια της Μονής. Ακλουθήσαμε ένα μονοπάτι ανάμεσα σε πρίνους, γαϊδουράγκαθα, ασπαλάθους, βάτους, κάποιες ελιές πού και πού και χέρσα γη. Κάποτε χανότανε και πηδούσαμε πάνω σε βράχους και μ’ οδηγό τη θάλασσα στα δεξιά μας το ξαναβρίσκαμε. Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε πουθενά παρά μόνο κάτι κατσίκια συναντήσαμε που δεν είχαν λέρια, σκύλο να τα φυλά και τσομπάνο να τα βόσκει άρα ήταν άγρια και λεύτερα.
Προχωρούσαμε σχεδόν επί μία ώρα. Συναντήσαμε κάτι κέδρους κι ανεβήκαμε ένα μικρό λόφο. Φτάνοντας στην κορυφή μείναμε μαρμαρωμένοι κι άφωνοι. Μπροστά και κάτω απλωνόταν το Λαφονήσι κι ο κόλπος του. Μαγείας τόπος κι ομορφιά αβάσταχτη. Δεν ξέρω για πόσο μείναμε καθηλωμένοι να το περιεργαζόμαστε, μα κι όταν αρχίσαμε να το κατεβαίνουμε για να συναντήσουμε την θάλασσα το κάναμε με προσοχή, σεβασμό και δέος, λες και κρατούσαμε γυαλί, κρύσταλλο ακριβό που φοβόμαστε να μη μας σπάσει. Συνεχίσαμε να εξερευνούμε το μέρος προς τον Βορρά και το Νότο ίσαμε το δάσος με τους θαλασσόκεδρους. Ανεβήκαμε στο νησί και φτάσαμε μέχρι το φάρο κι ένα ξωκλήσι μ’ ένα ξύλινο σταυρό που ήταν εκεί. Δεν χορταίνανε τα μάτια μας να ρουφάμε τόση και τέτοια ομορφιά. Δεν μπορούσε η ψυχή μας να την αντέξει. Δεν μπορούσανε οι αισθήσεις μας να χωρέσουνε τις μυρουδιές, τους ήχους και τις εικόνες αυτού του τόπου. Ακούγαμε τους ήχους που ‘καναν οι σαϊτιές τ’ ανέμου και της θάλασσας. Αναπνέαμε τ’ αρώματα, του κέδρου, της αλμύρας και των κρίνων που ήταν διάσπαρτα παντού και τη σμίξη τους. Ακόμα κι η γεύση άλλαξε σε τούτο το μέρος. Ούτε όταν πιάσαμε τα σκαρνέματα στα γαλαζοπράσινα νερά ούτε όταν βαδίζαμε στην κατάλευκη άμμο, ούτε ακόμα κι όταν καθίσαμε να φάμε, κάτω από την σκιά ενός κέδρου, το λίγο ψωμοτύρι, τις ελιές και τις ντομάτες σταματήσαμε να ρουφάμε όσα ανέδυε τούτος ο τόπος. Ούτε επίσης κι όταν φεύγαμε, αργά το απόγευμα, και ρίχναμε την τελευταία ματιά από την κορυφή του λόφου, αυτό το βλέμμα δεν ήταν χωρίς απεριόριστο θαυμασμό και θλίψη. Θαυμασμό γι’ αυτήν την ζωγραφιά της Γης που αφήναμε και θλίψη γιατί είμαστε ανήμποροι, μικροί κι ανίκανοι να κρατήσουμε μέσα μας μεγαλύτερο μέρος αυτού του θεϊκού ή φυσικού δημιουργήματος.
Κατεβήκαμε την άλλη πλευρά του λόφου, λιγομίλητοι και σκεφτικοί πήραμε το μονοπάτι του γυρισμού. «Ποιοι στ' αλήθεια είμαστε εμείς και πού πάμε με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό, προβολείς μας στραβώνουν μα πάμε, που γονατίζουν και το χώμα σου φιλούν…» οι στίχοι γράφτηκαν αργότερα αλλά ταίριαζαν, έστω και παραφρασμένα, απόλυτα στην κατάστασή μας τώρα που τη φέρνω στη θύμησή μου.
Τα πλαϊνά της Κρήτης είναι τα πιο όμορφα και γοητευτικά κομμάτια της. Από τον Κριό, το Λαφονήσι, τα Φαλάσαρνα και τον Μπάλο ίσαμε το Βάι, τον Σκινιά, την Ζάκρο και την Άργιλο, λαμπιρίζουν φως, ευωδιά και φαντασία. Είναι τα σμαράγδια και τα ζαφείρια του νησιού που στολίζουν τα πέτα και τους λαιμούς της Αριάδνης και της Αρετούσας.
Το Βάι το είχα επισκεφτεί δυο χρόνια πριν, αλλά ήμουν ψυλλιασμένος από την ταινία «Εκείνος κι Εκείνη» με την Καρέζηκαι τον Γεωργίτση. Ήταν θαυμάσιο αλλά πιο περιποιημένο και μαντρωμένο με σύρμα και φύλακα, δεν είχε αυτή την άγρια και πρωτόγονη ομορφιά που αντικρίσαμε στο Λαφονήσι. Η Κρήτη εκείνα τα χρόνια δεν είχε τουρισμό. Τι τουρισμό, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχε τότε όλο το νησί. Άνοιγε κάπως τις γιορτές για να δεχτεί τα νιάτα της που σπούδαζαν στα πανεπιστήμια της ηπειρωτικής χώρας και του εξωτερικού καθώς και τα ξενιτεμένα της παιδιά που την επισκέπτονταν σαν σπονδή και τάμα στην Μάνα Γη και τον γενέθλιο τόπο. Ποιο τουρισμό, μαστιζόταν από την μετανάστευση το νησί και απ’ την εγκατάλειψη των κεντρικών κυβερνήσεων. Μόνο τα Μάταλα στον Όρμο της Μεσσαράς είχε κι αυτά σαν απάγκειο ενός κινήματος και μιας γενιάς που της προδόθηκαν όνειρα κι ελπίδες και της απόμεινε η μουσική κι η ερημιά να την συντροφεύει.
Πέρασαν σχεδόν 40 χρόνια και δεν επισκέφτηκα ξανά το Λαφονήσι. Είχα ευκαιρίες, προκλήσεις και λόγους, αλλά το απέφευγα. Φοβόμουνα να αλλάξω, να μαγαρίσω, όπως λένε οι ντόπιοι, την εικόνα που φύλαγα μέσα μου σαν τον πρώτο έρωτα. Το επιχείρησα, το τόλμησα μπορώ να πω, το 2010 όταν η κόρη μου βρέθηκε να υπηρετεί στην Κρήτη. Ο δρόμος ήταν πιο ομαλός, πιο φαρδύς αλλά το τούνελ στο Τοπολιανό φαράγγι το ίδιο. Απλά είχε φανάρι. Δεν κόρναρες όμως δαιμονισμένα για να μην μπει άλλος πριν βγεις εσύ. Η άσφαλτος δεν σταματούσε στην Μονή αλλά έφτανε 200 μέτρα από την θάλασσα και το νησί με τον φάρο. Υπήρχαν μερικά σπίτια και κτίσματα αλλά δεν αλλοίωναν ουσιαστικά το τοπίο. Να πούμε ότι δεν το πρόσβελναν. Οι κέδροι ήταν εκεί. Υπήρχε και μια καντίνα ανάμεσα τους ξύλινη με χόρτα και καλάμια για σκεπή που σεβόταν τον χώρο. Υπήρχαν και μερικές χορταρένιες ομπρέλες που ήταν ανεκτές. Αυτό όμως που καθήλωνε την εικόνα, κυριαρχούσε σαν σκηνικό και πλημύριζε το μάτι ήταν ο κόσμος. Οι ορδές και τα στίφη του πλήθους που καταλάμβαναν το τοπίο, το αλλοίωναν και το κατανάλωναν βουλιμικά. Δεν υπήρχε σεβασμός. Δεν υπήρχαν οι ήχοι. Δεν υπήρχαν οι μυρωδιές. Είχαν όλα αντικατασταθεί από τις βοές των ανθρώπων και τα αρώματα των αντηλιακών. Υπήρχαν και τα αυτοκίνητα, μιλιούνια από δαύτα που απολάμβαναν τον ίσκιο των κέδρων πλάι στην θάλασσα. Όπως μάθαμε, οι δήμαρχοι της περιοχής προσπαθούσαν να βάλουν μια τάξη και να σώσουν ο,τιδήποτε κι αν σώζεται αλλά ο τοπικός τοπάρχης κομματάρχης και κυβερνήτης κάποτε της χώρας, η οικογένεια κι οι κληρονόμοι του είχαν λυσσάξει να «αναπτύξουν» τον τόπο, να τον γεμίσουν ξενοδοχεία πεντάστερα, Ελούντες και Costa Navarino. Οι κάτοικοι της περιοχής όμως αντέδρασαν, κινητοποιήθηκαν και η προσπάθεια των «επενδυτών» ναυάγησε. Η περιοχή μπήκε και στο πρόγραμμα προστασίας NATURA. Αυτό ήταν μια νίκη. Ο Τουρισμός σίγουρα φέρνει ζωή, δουλειές και έσοδα στον τόπο, αλλά είναι σαν το φάρμακο που στην κανονική δόση θεραπεύει, αλλά σε overdose δολοφονεί, σκοτώνει και καταστρέφει. Χρειάζεται σεβασμός, αρμονία, ισορροπία και συνεννόηση.
Έτσι πίστευα κι ησύχαζα μέχρι που είδα την φωτογραφία στο ρεπορτάζ. Οι ομπρέλες και οι ξαπλώστρες αγγίζανε το κύμα. Αιγιαλός δεν υπήρχε. Jet ski, κανό, στρώματα και πλαστικά παντού. Το τοπίο έχει βιαστεί κι η ομορφιά χάθηκε για πάντα.
Η ήττα είναι καθολική.
Στην απόγνωση ήρθε μια σκέψη και κάτι λόγια που άκουσα πιο παλιά. Όχι πολύ παλιά, το 2019, πριν ή μετά τις εκλογές δεν θυμάμαι. Βρισκόμουν σε ουρά σε τράπεζα, ταμείο ή ιατρείο, ούτε αυτό το θυμάμαι. Ένας ηλικιωμένος μπροστά μου, που πατούσε γερά τα ογδόντα, με αφορμή μια συζήτηση που είχαν στήσει κάποιοι νεότεροι για την οικολογία, την πράσινη ανάπτυξη και το περιβάλλον, γύρισε προς εμένα και κοιτάζοντας προς το αχανές και το άπειρο μονολόγησε."Περιβάλλον κι ανάπτυξη είναι έννοιες αντίθετες γιατί δεν έχουν ισορροπία. Το ένα καταστρέφει το άλλο για να υπάρξει. Η ομορφιά κι ο σεβασμός της είναι νόμος απαράβατος για την οικολογία και τη φύση. Άμα γεμίσεις σβούρες και ταψιά για να μαζέψεις τον ήλιο και τους ανέμους καταστρέφοντας τα βουνά, το πράσινο και τα δάση καθώς και τα χωράφια από την σπορά, οικολογία δεν είναι, ανάπτυξη μπορεί να είναι, πράσινη την βαφτίσανε αλλά πράσινα άλογα φτιάχνουν και ταΐζουν αυτούς τους ίδιους που επί αιώνες κατέστρεφαν, και καταστρέφουν το περιβάλλον. Χθεσινοί καταστροφείς σήμερα σωτήρες. Βάλτε ταψιά και σβούρες στην Ακρόπολη και ψάξτε να θαυμάστε την ομορφιά που άφησαν ο Ικτίνος κι ο Καλλικράτης".  Αυτά είπε ή αυτά συγκράτησα εγώ και ήρθαν ξανά μπροστά μου με το έγκλημα που γίνεται στο Λαφονήσι.
Το Λαφονήσι που πήρε το όνομά του όχι από τα ελάφια που δεν υπήρχαν άλλωστε ποτέ στην περιοχή αλλά από τα λάφυρα που έκρυβαν πάνω του οι πειρατές. Οι πειρατές το σεβαστήκαν αλλά οι σύγχρονοι καταναλωτές και κερδοκυνηγοί το κατασπαράσσουν.
Κρατώ μέσα μου σαν φυλαχτό και κειμήλιο την εικόνα που πρωτοαντίκρισα, την μυθολογώ και την εξιστορώ διά στόματος στην επόμενη γενιά μπας και κάνουν αυτοί τίποτα παραπάνω απ’ ότι μπορέσαμε ή δεν μπορέσαμε εμείς. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: