Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Ο βιολιστής στο μετρό!

Μου ήρθε σαν mail στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο. Στην αρχή το προσπέρασα ψάχνοντας για τα επείγοντα σημειώματα της καθημερινής μου αλληλογραφίας. Δυο μέρες μετά το πρόσεξα. Λίγη ώρα αργότερα το άνοιξα μα το προσπέρασα. Απότομα κι αναίτια γύρισα πίσω και το διάβασα. Έμεινα!!

Αντιγράφω

Washington. Σταθμός του μετρό. Ένα κρύο πρωινό τον Γενάρη του 2007. Κάποιος έπαιξε έξι κομμάτια του Μπαχ για περίπου 45΄ λεπτά. Στο διάστημα αυτό, περίπου 2000 άτομα πέρασαν από το σταθμό, οι περισσότεροι καθ' οδόν για τη δουλειά τους.
Μετά από 3΄ λεπτά ένας μεσήλικας πρόσεξε ότι κάποιος έπαιζε μουσική. Βράδυνε το βήμα του, σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά προχώρησε βιαστικός για τον προορισμό του.
4΄ λεπτά αργότερα ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο. Μια γυναίκα έριξε τα χρήματα στο κουτί του και χωρίς να σταματήσει συνέχισε το δρόμο της.
6΄ λεπτά, ένας νεαρός έγειρε στον τοίχο για να τον ακούσει, μετά κοίταξε το ρολόι του και συνέχισε να περπατά.
Μετά από 10΄ λεπτά, ένα αγοράκι 3 ετών σταμάτησε, αλλά η μητέρα του το έσυρε βιαστικά να συνεχίσει, καθώς το παιδί σταμάτησε για να δει τον βιολιστή. Τελικά η μητέρα έσπρωξε δυνατά το παιδί και το παιδί ξανάρχισε να περπατά γυρνώντας ολοένα το κεφάλι προς τα πίσω. Την ίδια αντίδραση είχαν και πολλά άλλα παιδιά. Όλοι, χωρίς εξαίρεση, οι γονείς τα πίεζαν να προχωρήσουν.
45΄ λεπτά: ο μουσικός συνέχισε να παίζει. Μόνον 6 άνθρωποι είχαν για λίγο σταματήσει. Περίπου 20 άτομα του άφησαν χρήματα χωρίς να διακόψουν το ρυθμό τους. Συγκέντρωσε συνολικά 32 δολάρια.
1 ώρα: τελείωσε το παίξιμο και μια σιγή απλώθηκε παντού.
Κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε έστω κάποιο ίχνος αναγνώρισης. Κανείς δεν το 'ξερε, αλλά ο βιολιστής ήταν ο Joshua Bell, ένας από τους καλύτερους μουσικούς στον κόσμο. Έπαιξε ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια που έχουν ποτέ γραφτεί, με ένα βιολί αξίας 3.5 εκατομμυρίων δολαρίων. Δύο μέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell γέμισε ασφυκτικά ένα θέατρο στη Βοστώνη, σε συναυλία που η μέση τιμή του εισιτηρίου άγγιξε τα 100 δολάρια.
Πρόκειται για πραγματικό γεγονός. Ο Joshua Bell έπαιξε ινκόγκνιτο στο σταθμό του μετρό στα πλαίσια ενός κοινωνιολογικού πειράματος που οργάνωσε η Washington Post για την αντίληψη, το γούστο και τις προτεραιότητες των ανθρώπων.
Το ερώτημα που προέκυψε: σε ένα ουδέτερο περιβάλλον και σε ακατάλληλη ώρα, μπορούμε να αντιληφθούμε την ομορφιά; Σταματούμε για να την απολαύσουμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο όταν εκδηλώνεται σε ασυνήθιστα χωροχρονικά πλαίσια;
Ένα συμπέρασμα που πιθανώς μπορεί να εξαχθεί από το συγκεκριμένο πείραμα είναι: Αν δεν έχουμε ένα λεπτό για να σταματήσουμε και ν' ακούσουμε έναν από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου να παίζει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ, με ένα από τα ομορφότερα μουσικά όργανα... πόσα άλλα πράγματα χάνουμε άραγε;...

Αλήθεια πόσο μπορούμε να αντιληφθούμε την ομορφιά τρέχοντας σαν άλογα κούρσας και καταναλώνοντας τον χρόνο χωρίς να τον βιώνουμε; Ποιος θα χαλαλίζει χρόνο για να δει, να ερευνήσει, να θαυμάσει ή να απορρίψει, ένα έργο τέχνης, μια ομορφιά που βρίσκει στο διάβα του ή ακόμα και μια αγορά που πρόκειται ή θέλει να κάνει; Ποιος άραγε θα χαλάλιζε χρόνο να δει ένα απλό έπιπλο; Να δει τη στατούρα του, να επεξεργαστεί το φινίρισμά ή να διακρίνει τα νερά του και την τέχνη του δημιουργού του; Ποιος θα ‘χανε χρόνο για να το φανταστεί στο χώρο, στο φως και στο χρώμα που του ταιριάζει; Ποιος άραγε σε μια πενθήμερη εκδρομή στο Παρίσι θα χαλάλιζε όλες τις ώρες του στο Λούβρο ψηλαφώντας πόντο, πόντο, στιγμή προς στιγμή τον αιωνόβιο μόχθο της παγκόσμιας εικαστικής δημιουργίας; Κανείς, μόνο λίγοι κι ειδικοί. Με τον καιρό πάψαμε να ενδιαφερόμαστε για την λεπτομέρεια, πάψαμε να νοιαζόμαστε για την στιγμή κι όλα ‘γιναν αποκοπής με το κιλό και με το μέτρο. Γίναμε παρατηρητές της ζωής μας σαν να μην αφορά εμάς αλλά να αφορά κάποιους άλλους. Σαν σε view master ή σε οθόνες της τηλεόρασης παρατηρούμε να περνά καρέ, καρέ, στιγμή, τη στιγμή η ζωή μας. Όμως κι αν οι στιγμές άδειασαν με τα χρόνια, δεν φταίνε οι στιγμές, οι ζωές μας άδειασαν! Πριν λιποψυχήσουν οι στιγμές, λιποψυχεί το φρόνημα κι η θέληση μας να παραμείνουμε άνθρωποι με νόηση, βούληση, στοχαστές του άγνωστου και θαυμαστές του ωραίου. Άνθρωποι ανυπότακτοι στην σπατάλη μιας ύπαρξης χωρίς νόημα κι ομορφιά.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες - Η αποχαιρετιστήρια επιστολή

Ένα σπουδαίο πνεύμα της εποχής μας, Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έχει αποσυρθεί εδώ και καιρό από τη δημόσια ζωή για λόγους υγείας: καρκίνος στους λεμφαδένες.
Η κατάστασή του μοιάζει να επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα.
Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που ακολουθεί, εστάλη από τον συγγραφέα στους φίλους του κι είναι πραγματικά ένα απρόσμενο δώρο για όλους εμάς που ταλαιπωρούμαστε αυτή την εποχή της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας.
Ο νομπελίστας συγγραφέας, με το δικό του μοναδικό τρόπο, βλέποντας καθαρότερα τώρα (αφού καθρεφτίζεται με το θάνατο), μας καλεί να στρέψουμε το "βλέμμα" της ζωής σε όσα έχουν πραγματική αξία...
Ας τον αφουγκραστούμε κι ας τον απολαύσουμε.

"Παρέμβαση"


“Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα...
σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’αυτό που αξίζουν, αλλά γι’αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα! Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου. Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους... Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα. Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα. Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω. Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’αγκάλιαζα και θα σού ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’έβλεπα, θα έλεγα “σ’αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω. Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.”

…..εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

«….Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά, γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι, δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει …..τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά μα απέχουνε πολύ απ' την αλήθεια. Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει και του 'παμε να φύγει μουδιασμένα. Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει καλύτερα να μην μας πει κανένα…»

Οι γνώριμοι ελληνικοί στίχοι του Διονύση πάνω στο τραγούδι ‘The Wicked Messenger’ του Bob Dylan δοσμένοι live από μια νεανική γυναικεία φωνή, καθάρια και δροσερή, μου πήραν την προσοχή αλλά όχι και την δυσθυμία των ημερών. Ευχάριστο ότι τραγούδι 40 χρόνων βρίσκει κάτι να πει στους νέους σήμερα. Ο ζόφος όμως κι η μαυρίλα που ‘χουν σκεπάσει την χώρα και την καθημερινότητά μας, κάνουν το χαμόγελο πικρό. Χάζευα αμήχανα τον υπολογιστή καθώς σέρφαρα. Δεν είχα διάθεση να συγκεντρωθώ, δεν είχα διάθεση να επικοινωνήσω, δεν είχα διάθεση ν’ ανοίξω ούτε παράθυρο, ούτε τηλεόραση. Τι να ακούσω και τι να δω δηλαδή; Όλα στενάχωρα. Ο κόσμος βογκάει από την ανεργία και την φτώχια που έρχεται. Η αγορά από τον δανεισμό και τα κεσάτια. Οι ηλικιωμένοι είδαν με μιάς να χάνονται ό,τι είχαν μαζέψει για το τέλος του βιού τους. Οι ξένοι από την άλλη βλέπουν την χώρα μας σαν το μαύρο πρόβατο λες κι είναι η κύρια υπεύθυνη κι υπόλογη για την οικονομική κρίση. Ο καλός κι ο επαινετικός λόγος που ‘χαν κάποτε στα χείλη τους έγινε στυφός, ειρωνικός, σχεδόν υβριστικός.

Συνέχιζα να σερφάρω χωρίς νόημα, σκοπό και διάθεση. Έγινε και φέτος το φεστιβάλ των Κανών!! Χαμπάρι δεν πήρα, μονολόγησα. Προσπέρασα αδιάφορα αλλά η άκρη του ματιού κάτι έπιασε και πισωγύρισα…. ο Jean-Luc Godard αρνήθηκε τελευταία στιγμή να πάει στις Κάννες στέλνοντας σημείωμα στον διευθυντή του φεστιβάλ, Thierry Frémaux, λέγοντας πως «….ύστερα από προβλήματα όπως το ελληνικό δεν μπορούσα να είμαι μαζί σας στις Κάννες». Μιλώντας παράλληλα, σε συνέντευξη με Γάλλο δημοσιογράφο πρόσθεσε, «…Θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε την Ελλάδα. Είναι η Δύση που χρωστάει στην Ελλάδα. Η φιλοσοφία, η δημοκρατία, η τραγωδία... Πάντα ξεχνάμε τη σχέση ανάμεσα στην τραγωδία και τη δημοκρατία. Χωρίς Σοφοκλή δεν θα υπήρχε Περικλής. Χωρίς τον Περικλή δεν θα υπήρχε Σοφοκλής. Ο τεχνολογικός κόσμος στον οποίο ζούμε τα χρωστά όλα στην Ελλάδα. Ποιος ανακάλυψε τη λογική; Ο Αριστοτέλης... Όλος ο κόσμος χρωστάει χρήματα σήμερα στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να ζητήσει από το σημερινό κόσμο μας χιλιάδες εκατομμύρια για τα δικαιώματα του συγγραφέα και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε. Πάραυτα… Κατηγορούν τους Έλληνες ότι είναι και ψεύτες... Αυτό μου θυμίζει ένα παλιό συλλογισμό που είχα μάθει στο σχολείο. Ο Επαμεινώνδας είναι ψεύτης, οι Έλληνες είναι ψεύτες, άρα ο Επαμεινώνδας είναι Έλληνας. Δεν έχουμε προχωρήσει καθόλου»

Ένας αέρας φύσηξε μέσα μου. Να, υπάρχουν φωνές της Δύσης, άνθρωποι πνευματικοί που μας υποστηρίζουν, είπα μέσα μου. Έψαξα, έψαξα κι είδα πολλούς, χιλιάδες που μας υποστηρίζουν και μας συμπαραστέκονται. Ευτυχώς, γιατί αν περιμέναμε από ‘τα μαύρα πουλιά της δυστυχίας’ μας, τους πνευματικούς μας ταγούς, τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους και τους διαμορφωτές της κοινής μας γνώμης χαθήκαμε. Γι’ αυτούς όπως και για τους όμοιούς τους στην Εσπερία είμαστε ένας λαός απόβλητος, τεμπέλης, απατεώνας, ψεύτης και κλέφτης, ένα μίασμα της ιστορίας. Το χαίρονται να το ομολογούν και να το διατρανώνουν σαδιστικά οι ξένοι και να το συνομολογούν οι ημέτεροι. Τι κι αν δουλεύουμε περισσότερο με τα στοιχεία τους, τι κι αν αμειβόμαστε λιγότερο (54% μέσου ευρωπαϊκού όρου) πάλι με τα στοιχεία τους. Τι κι αν παράγουμε, προάγουμε και διακρινόμαστε μ' ό,τι καταπιανόμαστε στην χώρα μας ή στις χώρες τους. Τι κι αν πήραμε το EURO το 2004, να το υποβαθμίσουν και να το απαξιώσουν προσπάθησαν. Τι κι αν έχουμε μουσική και ποίηση μελοποιημένη. Τι κι αν έχουμε 2 νόμπελ κι άλλα δύο χαμένα από τις ίντριγκες (Καζαντζάκης, Θεοδωράκης). Τι κι αν έχουμε επιστήμονες σύγχρονους, πρωτοπόρους στην ιατρική, αστροφυσική, στους υπολογιστές, στη φυσική, στην βιοκοινωνιολογία, όπως ο Παπανικολάου, Κριμιζής, ο Δερτούζος, ο Νανόπουλος, ο Χρηστάκης κ.ά. Τι κι αν των Ελλήνων οι κοινότητες απανταχού της γης φτιάχνουν άλλους αξιοσημείωτους γαλαξίες. Τι κι αν δεν αποστρέψαμε ποτέ το βλέμμα από το απλωμένο χέρι του διπλανού που ζητά βοήθεια. Τι κι αν ακόμα κι όταν δεν έχουμε επάργυρα κι επίχρυσα τάλαρα να καταθέσουμε, 2-3 μπακιρένια νομίσματα από το έχει μας στο πόνο του διπλανού τ’ αφήνουμε. Τι κι αν οι Ερινύες ενός πρόσκαιρου και προκλητού καταναλωτισμού μας πλάνεψαν δεν μας άλωσαν. Τι κι αν έχουμε χύσει ποτάμια το αίμα στον ολετήρα του ναζισμού. Τι κι αν ακόμη πολεμάμε για την ελευθερία σ’ όλη την γη και συμπαραστεκόμενοι σε λαούς κι ανθρώπους από το υστέρημα μας. Τι κι αν ορθώσαμε τα στήθη μας στην βαρβαρότητα των εποχών από τις συνοικίες της Αθήνας, ως την πολιορκημένη Μαδρίτη, κι από το βομβαρδισμένο Βελιγράδι, ως την φλεγόμενη Βαγδάτη. Τι κι αν ακόμα και σήμερα φτωχότεροι του χθες, μπαρκάρουμε σ’ ένα καράβι για την αποκλεισμένη Γάζα…δεν τους νοιάζει. Θέλουν τούτη τη φορά πέρα από χώμα και το αίμα μας, να πάρουν τον ήλιο και τον αέρα της ψυχής μας.

«Ήρθαν ντυμένοι ‘φίλοι’ αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας. Και το χώμα ‘δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους» που λέει ο ποιητής διαλαλώντας τους αιώνες.

Πάντα τούτος ο λαός είχε θεμέλια σχέση με τον ποιητή. Η φύτρα του μας γέννησε κι ο λόγος του το Θεϊκό λόγο βρήκε και σμίλεψαν μαζί το διάβα μας. Προδωθήκαμε, ηττηθήκαμε, σκλαβωθήκαμε μα δε χαθήκαμε. Όρθιοι, όρθιοι πάντα κι αναβαστώντας ο ένας τον άλλονε δίνουμε την μάχη από τα νερά του Σαρωνικού, ως την πύλη του Ρωμανού κι από τα στενά του Σπερχειού ως τα βουνά της Αλβανίας. Έτσι «… με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σαν σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούν άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που 'λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα» συνεχίζει να μας ερμηνεύει ο ποιητής.

Έτσι και τώρα όρθιοι, αλληλέγγυοι κι ενωμένοι οι πολλοί, στη λύσσα των καιρών και των προσκυνημένων, προσμένουμε το σάλπισμα του ποιητή να μας οδηγήσει ξανά στην Ιθάκη του μέλλοντος μας.

«Ήλιε, ήλιε αρχηγέ Ήλιε ήλιε αρχηγέ, δώσ' το σύνθημα εσύ κι η χαρά ν' αναστηθεί. Το σκοτάδι θα πεθάνει και θ' ανάψει η χαραυγή»

τραγουδά τώρα ο Διονύσης στο ράδιο.

Στη χαραυγή αδέλφια, συμπολίτες, συμπατριώτες και φίλοι. Στη χαραυγή που θα ‘ρθει. Στη χαραυγή που θα φέρουμε.
Καλό Καλοκαίρι.
Στον Ήλιο και τις θάλασσες της ψυχής μας.