Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Τ’ άδικου πέρασε και πάλι

Η εαρινή ισημερία μόλις  είχε περάσει κι η νύχτα άρχισε να μαζεύεται μπρος στην φούρια της μέρας που μεγάλωνε. Κατέβαινε την λεωφόρο καβάλα σε δίκυκλο άτι ενώ το σκοτάδι είχε απλωθεί για τα καλά. Τραβούσε ζερβά ακολουθώντας τις ρέγολες, ξένοιαστος και χαμογελαστός όπως πάντα.  Μέσα του υπομειδιούσε πάντα σαν υποβολέας απείθαρχος, το σκέρτσο, ο σαρκασμός, ο αυτοσαρκασμός και το πείραγμα. Έπαιζε με την ζωή και το χαιρόταν. Είχε σχέδια, όνειρα, ανησυχίες και χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό για το αύριο. Δε βιαζόταν, ο χρόνος δεν του λειβόταν για να τα κάνει πράξεις.
 
Εκεί απρόσμενα κι αδόκητα σταύρωσε με την στιγμή. Αυτή την έρμη στιγμή που φέρνει τόσα, όσα ολάκερος χρόνος δεν μπορεί.  Συναπάντημα άλογο. Σάρκες και σίδερα γίνανε ένα. Το χώμα βάφτηκε κόκκινο αλλά όχι στην ταινία μα στην πραγματικότητα. Ο περαστικός απόσεισε το βλέμμα στιγμιαία από το κακό που δεν ήθελε να πιστέψει. Η νύχτα μελάνιασε γίνηκε ξάφνου άφωτη και βαθιά για να σκεπάσει άραγε ή μήπως για να ταυτιστεί με την συμφορά; Όλα μοιάζαν να τέλειωσαν οριστικά όταν η ανάσα έδωσε το παρόν κι αρνήθηκε να παραδοθεί. Αχνά, χνώτο που μόλις θάμπωνε το γυαλί στην αρχή κι ύστερα πιο σταθερά κι ευδιάκριτα.  Φωνές, σειρήνες, τρεχαλητά, διάδρομοι δίχως τέλος και φως. Η επαφή χανόταν αλλά η ανάσα ήταν εκεί κι αντιστεκόταν. Σωλήνες, σύριγγες, οροί, καλώδια, μεταφορές, αγωνία κι η ελπίδα δεν ήταν εκεί τούτες τις χολεριασμένες ώρες. Η ανάσα πάλευε μανιασμένα. Χειρουργεία, καταστολές, τρυπήματα, εντατικές κι το αβέβαιο  του αύριο συντρόφευε το σήμερα που ήταν απλά μια επανάληψη του χθες. Τα λεπτά πλήθαιναν γινόταν ώρες, οι ώρες, μέρες, οι μέρες βδομάδες κι η ανάσα εκεί, αντάρτης, κλέφτης, παλικάρι μαχόταν σταθερά κι αλύγιστα να κρατηθεί ζωντανή. Θαυμάστηκε ειλικρινά κι άδολα τούτος ο αγώνας από ειδικευμένους κι έμπειρους μύστες της τέχνης του Ιπποκράτη. Ο μήνας γέμισε, πήρε να γεμίζει κι ο επόμενος όταν η μάχη κερδήθηκε. Η επιβίωση ήταν γεγονός και βεβαιότητα αδιαπραγμάτευτη, αλλά ο δρόμος της αποκατάστασης ήταν ακόμα μακρύς και χρονοβόρος σαν αργόσυρτο, υγρό κι υπόγειο blues απ’ τις όχθες του Μισισίπι. Ήθελε υπομονή, άντερα και νεύρα ατσάλινα ν’ αντέξει ο καθείς τούτο το ρυθμό. Η ανάσα ούτε κι εδώ κώλωσε. Αργά με καρτερία κι επιμονή έχτιζε το μέλλον κομμάτι, κομμάτι.

Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Μαύρα κι ύπουλα που τον δίκασαν ξανά. Αγύρτες καιροί, άστοχες επιλογές κι αλμπάνικα χέρια τον σταύρωσαν και πάλι. Παίχτηκε η ζωή στη ζαριά κι από βεβαιότητα κατάντησε ζητούμενο. Η ανάσα ακόμα και τότε αγωνιζόταν με σθένος ν’ αντέξει την πισώπλατη μαχαιριά. Μα τα χτυπήματα ήταν πολλά και άδικα. Κομμάτιαζαν την ψυχή κι έσχιζαν την σάρκα χωρίς λύπηση. Οι δικοί κι οι γύρω άφωνοι κι αποσβολωμένοι παρακολουθούσαν την ξέφρενη πορεία προς τον χαμό. Ο γκρεμός σίμωνε κι η άβυσσος παραμόνευε λαχταριστά να καταπιεί το θύμα της. Οι λίγες φωνές της σύνεσης ή κόλλαγαν στα βάθη του λαιμού και γίνονταν ψίθυροι ή αδυνατούσαν να διεγείρουν τ’ αυτιά που ‘χαν σφαλίσει ερμητικά. Ο καιρός μάζευε από παντού κι έκλεινε ασφυκτικά μέχρι που ‘πνιξε την ανάσα. Η ψυχή πέταξε, χάθηκε από τα μάτια κι ήρθε να φωλιάσει στις καρδιές. Απόμεινα μόνος από την συντροφιά των Χριστουγεννογεννημένων να κουβαλώ μέσα μου την αθανασία τους στις στιγμές που ζήσαμε μαζί. Βαρύ και δύσκολο το χρέος κι άγνωστο αν το μπορώ. Θα προσπαθήσω.
Ναι το ξέρω φίλε μου ακριβέ τ’ άδικου πέρασε και πάλι. Μα θα το δεις, έστω κι αν εσύ έφυγες νωρίς.  απ’ όπου κι αν είσαι, μ’ ότι κι αν καταγίνεσαι, σε χρόνους που δεν θα βιώσουμε εμείς μήτε και τα παιδιά μπορεί και τα εγγόνια μας, τ’ άδικο θα νικηθεί κι ο ήλιος της δικαιοσύνης θα λάμψει. Ο πόθος μας θα δικαιωθεί. Η Άνοιξη θα γίνει κράτος κι εξουσία για να επαληθευτεί η ρύση του ποιητή.
Καλό ταξίδι σου λοιπόν αδελφέ με την πιρόγα που διάλεξες ν’ αρμενίσεις και καλή αντάμωση σ’ άχρονους καιρούς κι άμορφους τόπους για αναζητήσεις και στοχασμούς χωρίς τελειωμό. 

Το κάδρο

Τελικά το ερώτημα έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό, βουτάει στην καρδιά και στο είναι και σ’ αναστατώνει. Με ποιους είσαι τέλος πάντων στο ακήρυχτο τούτο πόλεμο και την αβάσταχτη κατοχή που φύλαγαν οι καιροί για την χώρα μας; Με τα παιδιά που ξεσηκώθηκαν σαν έτοιμα από καιρό, που όσο κι αν δεν συμφωνείς με κάποια λόγια ή πράξεις μαζί τους, σήκωσαν ξανά την τιμή και την περηφάνια ενός λαού αδούλωτου στην ιστορική του διαδρομή ή με τις φανφάρες και τις υποκλίσεις των προσκυνημένων που ενώ σπέρνουν, τον όλεθρο, την καταστροφή και τον αφανισμό του κόσμου σκιαμαχούν ανέξοδα από τα γυάλινα παράθυρα  της μεσομαζικοεπικοινωνιακής τους προστασίας; Σκέψεις που δεν φοβούνται μην τους πέσει ο ουρανός στο κεφάλι αλλά να μη σταθεί εμπόδιο στο λεύτερο του στοχασμού τους. Έτσι είναι η φύτρα κι η φτιαξιά τούτου κόσμου κι ας μη τ’ αναγνωρίζει κι ίδιος άμεσα.
Ξημέρωνε Δευτέρα κι ο Αναστάσιος διάβαζε στο λιγοστό φως της λάμπας για τις εξετάσεις που ‘χε τρεις μέρες αργότερα στην Ιατρική. Το δωμάτιο λιτό κάπου στου Γκύζη π’ αντανακλούσε την φτώχεια και την στένεψη του ενοίκου. Ένα κρεβάτι εκστρατείας, ένα τραπέζι που ‘χε την χρήση γραφείου, μερικά βιβλία, ένα ερμάριο αλλοτινών εποχών που ‘χε πάρει από τα παλιατζίδικα κι η βαλίτσα  που κουβαλούσε το βιος του απ’ το νησί. Η κίνηση κι η οχλαγωγία έξω τ’ απέσπασαν την προσοχή. Δεν ανταποκρίνονταν μήτε στην ώρα μήτε στης καθημερινότητας την συνήθεια. Άνοιξε το παράθυρο. Η πρωινή δροσιά του τσίτωσε το πρόσωπο. Οι τελάληδες των εφημερίδων διαλαλούσαν την πραμάτεια τους. «Επιστράτευση», «Πόλεμος» «Ο ελληνικός λαός είπε ΟΧΙ στο Μουσολίνι». Έκλεισε το παράθυρο, τακτοποίησε τα λιγοστά του υπάρχοντα, αποχαιρέτησε ευλαβικά τ’ αγαπημένα του βιβλία κι έσπευσε να προστεθεί στης πατρίδας την άμυνα.

Χρόνους πολλούς πρωτύτερα που καβάτζαραν αιώνα, ο Τάσος αμούστακο παιδί στα δεκάξι του βάδιζε, ξυπόλυτος δυο μερόνυχτα για να προκάμει να φτάσει στην Μονή. Πλησίαζε του Ευαγγελισμού τι κι αν οι σημερινοί μελετητάδες της ιστορίας το βάζουν λίγο πριν ή λίγο μετά, αυτοί δεν ήταν εκεί ο Τάσος ήτανε. Είχε ακούσει το μεγάλο μαντάτο πως ο παπάς θα σήκωνε το φλάμπουρο της επανάστασης κι έτρεχε να προλάβει.  Ανέβαινε ράχες, κατέβαινε πλαγιές διάβαινε τα ρυάκια και πρόκαμε. Γονάτισε και με δανεικό σπαθί ορκίστηκε στην λευτεριά του γένους.

Κακοτράχαλοι χρόνοι και πάλι, όχι πρωτόγνωρο για τούτο τον τόπο πιο πρόσφατοι όμως κι ο κυρ Ανέστης βάδιζε για το σπίτι του καθώς ξημέρωνε. Νυχτοφύλακας σε εργοστάσιο στην Ιερά Οδό είχε τελειώσει την βάρδια του κι επέστρεφε στο σπιτικό του. Γύρω του ουρλιαχτά, τρεχαλητά, φωνές,  σειρήνες και πυροβολισμοί. Ήξερε τι γινότανε, το ‘χε ακούσει στο ράδιο πως το τανκς μπούκαρε στο Πολυτεχνείο αλλά αυτός σφάλισε τ’ αυτιά και τα μάτια και βάδιζε. Ο βιοπορισμός της οικογένειας τον ένοιαζε μόνο και τίποτα άλλο. Ανέβηκε την Καποδιστρίου κι έστριψε την Σόλωνος.  Δυο δρασκελιές ήταν από το σπίτι του όταν τον είδε κάτω αιμόφυρτο να του ζητά βοήθεια με χέρι σηκωμένο. «Αναστάση με λένε πες το στους δικούς μου» ψέλλισε ξέπνοα. Πίσω του οι διώκτες σίμωναν μανιασμένοι. Ο κυρ  Ανέστης είδε μια το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού του που τον καλούσε στην θαλπωρή του, μια τον πεσμένο νέο που αγωνιζότανε να σηκωθεί για να ξεφύγει κι ύστερα γύρισε, άνοιξε τις φτερούγες του και δέχτηκε κατάστηθα την σφαίρα που ‘βαψε άλικο το λευκό φθαρμένο του πουκάμισο. Ο χρόνος της θυσίας ήταν αρκετός για τον Αναστάση. Βοήθησε κι ο κορεσμός απ’ αίμα των διωκτών. Ο κυρ Ανέστης δεν αναφέρθηκε ποτέ ούτε σαν νεκρός ούτε σαν θύμα.  Μήτε στις επιτύμβιες πλάκες τον εγράψανε μήτε στα πανηγύρια π’ ακολούθησαν απ’ τους απόντες τον μνημονέψανε. Στο ξόδι του μέρες αργότερα οι λίγοι δικοί που δεν ξεπερνούσαν τα δάχτυλα των χεριών, είδαν καθαρά το χαμόγελο του χρέους που πλούμιζε το άψυχο πρόσωπο.
 
Μονές στιγμές που ζητούν την τέταρτη την σημερινή να κάνουν καρέ και να δέσουν το κάδρο, που ή θα το μαυρίσουν και θα το αφανίσουν ολάκαιρο ή θα το φωτίσουν σαν αγίου φωτοστέφανο. Ο κυρ Ανέστης επέλεξε, οι νέοι μας είναι ξανά έτοιμοι, εμείς;