Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Παρέα με μια μέλισσα

γράφουν ο Ιόλαος και η Δηιάνειρα 27/3/2017

Φορτσάτη μπήκε η άνοιξη. Θαρρείς και πάτησε ένα κουμπί την ισημερία της 20ης του Μάρτη και από τους 14 πετάχτηκε ο υδράργυρος στους 24 βαθμούς Κελσίου. Γοργά τα μανίκια σηκώθηκαν, οι φούστες κόντυναν, τα στήθη ξεπρόβαλαν για να τα δει ο ήλιος, τα βαριά πανωφόρια άραξαν στις ντουλάπες, κι οι πόρτες και τα παράθυρα άνοιξαν για να δεχτούν το φως και τον αγέρα της ζωοφόρου εποχής. Η ευφορία που κουβαλάει το έαρ για αιώνες, χαράζεται πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων, στις κινήσεις και γενικά σ’ όλες τους τις δραστηριότητές.
Η καταχνιά που έχει καταπλακώσει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια βέβαια δεν χάνεται, όμως η αναζωογόνηση της φύσης που επιφέρει η άνοιξη γεμίζει, έστω και μεταφυσικά, με μια απροσδιόριστη αισιοδοξία που δίνει πίστη, δύναμη και αίσθηση ότι θα τα καταφέρεις. Έτσι αν μη τι άλλο, σε κάνει να αισθάνεσαι όμορφα.
Μέσα σ’ αυτή την ομορφιά και την ευφορία κινιόμουν στη λεωφόρο αργά με τ’ αυτοκίνητο λόγω κυκλοφορίας. Δεν αγχωνόμουν. Ούτε με στεναχωρούσε η Ane Brun με τη βαθιά εκφραστική της φωνή που τραγουδούσε το ‘All My Tears’. Ένα τραγούδι και μια τραγουδίστρια που γνωρίσαμε στην τηλεοπτική σειρά Peaky Blinders, όταν τρεις κάνες ήταν στραμμένες και απειλούσαν να στείλουν πάραυτα στην ανυπαρξία τον Thomas Shelby, τον ιρλανδοτσιγγάνο πρωταγωνιστή της ταινίας.
Χαλάρωνα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα με μια σιγουριά ότι δεν θα χαλούσε με τίποτα αυτή μου η διάθεση. Λογάριαζα χωρίς βέβαια να μετρώ την παροιμία ‘μεγάλη μπουκιά φάε μεγάλο λόγο μην πεις’. Εκεί που είχα κατεβάσει λίγο τα τζάμια για να μπει καθαρό αεράκι μετά το μπάφιασμα από τα clima και τα air-condition του χειμώνα, τσουπ έκανε την εμφάνισή του ένας ιπτάμενος επισκέπτης. Μια μέλισσα. Σφήκα ή μέλισσα δεν μπορώ να πω σίγουρα γιατί την διαφορά των κιτρινόμαυρων εντόμων με τα μεγάλα μάτια, τα μακριά πόδια και το κεντρί στην ουρά, ποτέ δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω.
Προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Το απρόσκλητο υμενόπτερο βόλταρε πέρα δώθε έχοντας τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση της απειλής του. Άνοιξα τα παράθυρα μπας και σηκωθεί και πετάξει προς την ελεύθερη φύση. Περίμενα αλλά τίποτα. Αυτό κινούνταν κατά μήκος του μπροστινού παρμπρίζ και με κοίταζε απειλητικά με τα γιγαντιαία μάτια του.
Άρχισα να ανησυχώ. Η εμπειρία φίλου που τον κέντρισε ανάλογο έντομο δεν ήταν κι η καλύτερη. Φαρμακεία, τρέξιμο, νοσοκομεία, χαμός, ενέσεις, αντίδοτα και γλύτωμα στο παρά πέντε. Αυτό όμως δεν χαμπάριαζε τίποτα, βόλταρε μπρος μου υπεροπτικά κι εγώ αναγκαζόμουνα σε αυξημένη επιφυλακή και επαγρύπνηση. Με το ένα μάτι σ’ αυτό και με το άλλο στην κίνηση. Κινδύνευα να τρακάρω. Ξέρετε, απ’ αυτά τα χαζά τρακαρίσματα, με υλικές ζημίες μόνο, που δεν τα χωνεύω καθόλου μιας κι έρχονται από το πουθενά και για το τίποτα σου αφαιρούν ένα σεβαστό ποσό από τον οικονομικό σου προϋπολογισμό, μπλέκοντάς σε ταυτόχρονα με τα γρανάζια της εγχώριας γραφειοκρατίας.
Μέσα σ’ αυτή την κίνηση δεν μπορούσα και να σταματήσω. Όσο την έβλεπα έλεγχα λίγο την κατάσταση κι ισορροπούσα, όταν όμως χανόταν πίσω μου πανικοβαλλόμουνα. Κρατούσα την ανάσα μου και περίμενα από λεπτό σε λεπτό το τσίμπημα. Αυτή εμφανιζόταν μετά από λίγο αγέρωχη και προκλητική να βολτάρει στην γνώριμή της θέση μπροστά στο παρμπρίζ.
Έτσι πορευόμουν μέχρι που την είδα να χώνεται στον αεραγωγό του ταμπλό στις ρίζες του μπροστινού ανεμοθώρακα. Ασυναίσθητα άναψα το air-condition στο maximum. Περίμενα λίγο αλλά αυτό δεν φαινόταν. Συνέχισα. Άφαντη αυτή, κι εκεί που πίστεψα ότι είχε εξαφανιστεί ή είχε διαφύγει μέσω της μηχανής ξαφνικά την είδα να προβάλει από την άκρη της κάτω γωνίας του ταμπλό. Τώρα όμως δεν πετούσε. Τρίκλιζε κι αγκομαχούσε. Τα φτερά της ήταν πεσμένα. Οι κεραίες της μπερδεμένες λες και τις είχε βαρέσει ηλεκτρικό ρεύμα. Το κεντρί μαζεμένο στην κοιλιά για να προστατευτεί παρά να απειλήσει. Έδειχνε αποκαμωμένη, λες και της είχε φύγει ο τουπές κι ο τσαμπουκάς. Μου δινόταν η ευκαιρία να την τελειώσω. Τα μάτια της θλιμμένα ομολογούσαν την παράδοση της. Έπιασα ένα ντοσιέ που είχα στο διπλανό κάθισμα και περίμενα να κάνει δυο ακόμη βήματα προς το κέντρο  του ταμπλό και να την τελειώσω. Να γίνω ο δήμιος κι ο θάνατός της.
Με πείραξε η ιδέα πως θα ήμουν ο θάνατός της. Δεν τον γουστάρω τον κύριο και δεν θέλω να τον γνωρίσω. Το ξέρω πως αυτό είναι αναπόφευκτο κι ότι κάποτε θα με πάρει, αλλά δεν θέλω να έχω και σχέσεις, συστάσεις και κονέ μαζί του. Δεν είναι κι υποχρεωτικό να γνωριστούμε. Μπορεί να το κάνει σαν τον κλέφτη που σηκώνει το σπίτι, ενώ τα αφεντικά κοιμούνται και δεν παίρνουν χαμπάρι.
Τα μάτια της που συνέχιζαν να με κοιτούν λυπημένα με προβλημάτιζαν, αλλά ο φόβος ότι θα ανακάμψει, θα βρει με τον χρόνο τις δυνάμεις της και θα γίνει ξανά ο εφιάλτης κι η απειλή μου, με κυρίευε.
Σήκωσα το ντοσιέ και τον κατέβασα…

Το άφησα δίπλα της. Έσυρε το κουρασμένο βήμα της με δυσκολία, ανέβηκε πάνω και κούρνιασε. Βρήκα μια ευκαιρία κι έκανα αριστερά και σταμάτησα. Την έβγαλα και την άφησα στο κλαδί κάποιας ακακίας για σιγουριά. Να βρει τις δυνάμεις να συνεχίσει την ζωή και την διαδρομή της. Μπήκα κι εγώ στ’ αυτοκίνητο και συνέχισα την δική μου απολαμβάνοντας την άνοιξη.

'Επέστρεφε' Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (Εκδόσεις: Νεφέλη)

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με 
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα•
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται

Μητεραδελφός

Θυμάμαι να απαγγέλλει ποίηση
 με στόμφο, έπαρση και σοβαρότητα ατάραχη.
Το χαμόγελο των αμύητων
κεντρί γινόταν στη περιέργεια των άγουρων χρόνων
που ζητούσαν να λύσουν την αντίφαση
Μάθηση. Ωφέλεια και όφελος χρωστούμενο.
Η ομολογία φόρος τιμής στο ξόδι του.