Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Τ’ άδικου πέρασε και πάλι

Η εαρινή ισημερία μόλις  είχε περάσει κι η νύχτα άρχισε να μαζεύεται μπρος στην φούρια της μέρας που μεγάλωνε. Κατέβαινε την λεωφόρο καβάλα σε δίκυκλο άτι ενώ το σκοτάδι είχε απλωθεί για τα καλά. Τραβούσε ζερβά ακολουθώντας τις ρέγολες, ξένοιαστος και χαμογελαστός όπως πάντα.  Μέσα του υπομειδιούσε πάντα σαν υποβολέας απείθαρχος, το σκέρτσο, ο σαρκασμός, ο αυτοσαρκασμός και το πείραγμα. Έπαιζε με την ζωή και το χαιρόταν. Είχε σχέδια, όνειρα, ανησυχίες και χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό για το αύριο. Δε βιαζόταν, ο χρόνος δεν του λειβόταν για να τα κάνει πράξεις.
 
Εκεί απρόσμενα κι αδόκητα σταύρωσε με την στιγμή. Αυτή την έρμη στιγμή που φέρνει τόσα, όσα ολάκερος χρόνος δεν μπορεί.  Συναπάντημα άλογο. Σάρκες και σίδερα γίνανε ένα. Το χώμα βάφτηκε κόκκινο αλλά όχι στην ταινία μα στην πραγματικότητα. Ο περαστικός απόσεισε το βλέμμα στιγμιαία από το κακό που δεν ήθελε να πιστέψει. Η νύχτα μελάνιασε γίνηκε ξάφνου άφωτη και βαθιά για να σκεπάσει άραγε ή μήπως για να ταυτιστεί με την συμφορά; Όλα μοιάζαν να τέλειωσαν οριστικά όταν η ανάσα έδωσε το παρόν κι αρνήθηκε να παραδοθεί. Αχνά, χνώτο που μόλις θάμπωνε το γυαλί στην αρχή κι ύστερα πιο σταθερά κι ευδιάκριτα.  Φωνές, σειρήνες, τρεχαλητά, διάδρομοι δίχως τέλος και φως. Η επαφή χανόταν αλλά η ανάσα ήταν εκεί κι αντιστεκόταν. Σωλήνες, σύριγγες, οροί, καλώδια, μεταφορές, αγωνία κι η ελπίδα δεν ήταν εκεί τούτες τις χολεριασμένες ώρες. Η ανάσα πάλευε μανιασμένα. Χειρουργεία, καταστολές, τρυπήματα, εντατικές κι το αβέβαιο  του αύριο συντρόφευε το σήμερα που ήταν απλά μια επανάληψη του χθες. Τα λεπτά πλήθαιναν γινόταν ώρες, οι ώρες, μέρες, οι μέρες βδομάδες κι η ανάσα εκεί, αντάρτης, κλέφτης, παλικάρι μαχόταν σταθερά κι αλύγιστα να κρατηθεί ζωντανή. Θαυμάστηκε ειλικρινά κι άδολα τούτος ο αγώνας από ειδικευμένους κι έμπειρους μύστες της τέχνης του Ιπποκράτη. Ο μήνας γέμισε, πήρε να γεμίζει κι ο επόμενος όταν η μάχη κερδήθηκε. Η επιβίωση ήταν γεγονός και βεβαιότητα αδιαπραγμάτευτη, αλλά ο δρόμος της αποκατάστασης ήταν ακόμα μακρύς και χρονοβόρος σαν αργόσυρτο, υγρό κι υπόγειο blues απ’ τις όχθες του Μισισίπι. Ήθελε υπομονή, άντερα και νεύρα ατσάλινα ν’ αντέξει ο καθείς τούτο το ρυθμό. Η ανάσα ούτε κι εδώ κώλωσε. Αργά με καρτερία κι επιμονή έχτιζε το μέλλον κομμάτι, κομμάτι.

Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Μαύρα κι ύπουλα που τον δίκασαν ξανά. Αγύρτες καιροί, άστοχες επιλογές κι αλμπάνικα χέρια τον σταύρωσαν και πάλι. Παίχτηκε η ζωή στη ζαριά κι από βεβαιότητα κατάντησε ζητούμενο. Η ανάσα ακόμα και τότε αγωνιζόταν με σθένος ν’ αντέξει την πισώπλατη μαχαιριά. Μα τα χτυπήματα ήταν πολλά και άδικα. Κομμάτιαζαν την ψυχή κι έσχιζαν την σάρκα χωρίς λύπηση. Οι δικοί κι οι γύρω άφωνοι κι αποσβολωμένοι παρακολουθούσαν την ξέφρενη πορεία προς τον χαμό. Ο γκρεμός σίμωνε κι η άβυσσος παραμόνευε λαχταριστά να καταπιεί το θύμα της. Οι λίγες φωνές της σύνεσης ή κόλλαγαν στα βάθη του λαιμού και γίνονταν ψίθυροι ή αδυνατούσαν να διεγείρουν τ’ αυτιά που ‘χαν σφαλίσει ερμητικά. Ο καιρός μάζευε από παντού κι έκλεινε ασφυκτικά μέχρι που ‘πνιξε την ανάσα. Η ψυχή πέταξε, χάθηκε από τα μάτια κι ήρθε να φωλιάσει στις καρδιές. Απόμεινα μόνος από την συντροφιά των Χριστουγεννογεννημένων να κουβαλώ μέσα μου την αθανασία τους στις στιγμές που ζήσαμε μαζί. Βαρύ και δύσκολο το χρέος κι άγνωστο αν το μπορώ. Θα προσπαθήσω.
Ναι το ξέρω φίλε μου ακριβέ τ’ άδικου πέρασε και πάλι. Μα θα το δεις, έστω κι αν εσύ έφυγες νωρίς.  απ’ όπου κι αν είσαι, μ’ ότι κι αν καταγίνεσαι, σε χρόνους που δεν θα βιώσουμε εμείς μήτε και τα παιδιά μπορεί και τα εγγόνια μας, τ’ άδικο θα νικηθεί κι ο ήλιος της δικαιοσύνης θα λάμψει. Ο πόθος μας θα δικαιωθεί. Η Άνοιξη θα γίνει κράτος κι εξουσία για να επαληθευτεί η ρύση του ποιητή.
Καλό ταξίδι σου λοιπόν αδελφέ με την πιρόγα που διάλεξες ν’ αρμενίσεις και καλή αντάμωση σ’ άχρονους καιρούς κι άμορφους τόπους για αναζητήσεις και στοχασμούς χωρίς τελειωμό. 

Το κάδρο

Τελικά το ερώτημα έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό, βουτάει στην καρδιά και στο είναι και σ’ αναστατώνει. Με ποιους είσαι τέλος πάντων στο ακήρυχτο τούτο πόλεμο και την αβάσταχτη κατοχή που φύλαγαν οι καιροί για την χώρα μας; Με τα παιδιά που ξεσηκώθηκαν σαν έτοιμα από καιρό, που όσο κι αν δεν συμφωνείς με κάποια λόγια ή πράξεις μαζί τους, σήκωσαν ξανά την τιμή και την περηφάνια ενός λαού αδούλωτου στην ιστορική του διαδρομή ή με τις φανφάρες και τις υποκλίσεις των προσκυνημένων που ενώ σπέρνουν, τον όλεθρο, την καταστροφή και τον αφανισμό του κόσμου σκιαμαχούν ανέξοδα από τα γυάλινα παράθυρα  της μεσομαζικοεπικοινωνιακής τους προστασίας; Σκέψεις που δεν φοβούνται μην τους πέσει ο ουρανός στο κεφάλι αλλά να μη σταθεί εμπόδιο στο λεύτερο του στοχασμού τους. Έτσι είναι η φύτρα κι η φτιαξιά τούτου κόσμου κι ας μη τ’ αναγνωρίζει κι ίδιος άμεσα.
Ξημέρωνε Δευτέρα κι ο Αναστάσιος διάβαζε στο λιγοστό φως της λάμπας για τις εξετάσεις που ‘χε τρεις μέρες αργότερα στην Ιατρική. Το δωμάτιο λιτό κάπου στου Γκύζη π’ αντανακλούσε την φτώχεια και την στένεψη του ενοίκου. Ένα κρεβάτι εκστρατείας, ένα τραπέζι που ‘χε την χρήση γραφείου, μερικά βιβλία, ένα ερμάριο αλλοτινών εποχών που ‘χε πάρει από τα παλιατζίδικα κι η βαλίτσα  που κουβαλούσε το βιος του απ’ το νησί. Η κίνηση κι η οχλαγωγία έξω τ’ απέσπασαν την προσοχή. Δεν ανταποκρίνονταν μήτε στην ώρα μήτε στης καθημερινότητας την συνήθεια. Άνοιξε το παράθυρο. Η πρωινή δροσιά του τσίτωσε το πρόσωπο. Οι τελάληδες των εφημερίδων διαλαλούσαν την πραμάτεια τους. «Επιστράτευση», «Πόλεμος» «Ο ελληνικός λαός είπε ΟΧΙ στο Μουσολίνι». Έκλεισε το παράθυρο, τακτοποίησε τα λιγοστά του υπάρχοντα, αποχαιρέτησε ευλαβικά τ’ αγαπημένα του βιβλία κι έσπευσε να προστεθεί στης πατρίδας την άμυνα.

Χρόνους πολλούς πρωτύτερα που καβάτζαραν αιώνα, ο Τάσος αμούστακο παιδί στα δεκάξι του βάδιζε, ξυπόλυτος δυο μερόνυχτα για να προκάμει να φτάσει στην Μονή. Πλησίαζε του Ευαγγελισμού τι κι αν οι σημερινοί μελετητάδες της ιστορίας το βάζουν λίγο πριν ή λίγο μετά, αυτοί δεν ήταν εκεί ο Τάσος ήτανε. Είχε ακούσει το μεγάλο μαντάτο πως ο παπάς θα σήκωνε το φλάμπουρο της επανάστασης κι έτρεχε να προλάβει.  Ανέβαινε ράχες, κατέβαινε πλαγιές διάβαινε τα ρυάκια και πρόκαμε. Γονάτισε και με δανεικό σπαθί ορκίστηκε στην λευτεριά του γένους.

Κακοτράχαλοι χρόνοι και πάλι, όχι πρωτόγνωρο για τούτο τον τόπο πιο πρόσφατοι όμως κι ο κυρ Ανέστης βάδιζε για το σπίτι του καθώς ξημέρωνε. Νυχτοφύλακας σε εργοστάσιο στην Ιερά Οδό είχε τελειώσει την βάρδια του κι επέστρεφε στο σπιτικό του. Γύρω του ουρλιαχτά, τρεχαλητά, φωνές,  σειρήνες και πυροβολισμοί. Ήξερε τι γινότανε, το ‘χε ακούσει στο ράδιο πως το τανκς μπούκαρε στο Πολυτεχνείο αλλά αυτός σφάλισε τ’ αυτιά και τα μάτια και βάδιζε. Ο βιοπορισμός της οικογένειας τον ένοιαζε μόνο και τίποτα άλλο. Ανέβηκε την Καποδιστρίου κι έστριψε την Σόλωνος.  Δυο δρασκελιές ήταν από το σπίτι του όταν τον είδε κάτω αιμόφυρτο να του ζητά βοήθεια με χέρι σηκωμένο. «Αναστάση με λένε πες το στους δικούς μου» ψέλλισε ξέπνοα. Πίσω του οι διώκτες σίμωναν μανιασμένοι. Ο κυρ  Ανέστης είδε μια το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού του που τον καλούσε στην θαλπωρή του, μια τον πεσμένο νέο που αγωνιζότανε να σηκωθεί για να ξεφύγει κι ύστερα γύρισε, άνοιξε τις φτερούγες του και δέχτηκε κατάστηθα την σφαίρα που ‘βαψε άλικο το λευκό φθαρμένο του πουκάμισο. Ο χρόνος της θυσίας ήταν αρκετός για τον Αναστάση. Βοήθησε κι ο κορεσμός απ’ αίμα των διωκτών. Ο κυρ Ανέστης δεν αναφέρθηκε ποτέ ούτε σαν νεκρός ούτε σαν θύμα.  Μήτε στις επιτύμβιες πλάκες τον εγράψανε μήτε στα πανηγύρια π’ ακολούθησαν απ’ τους απόντες τον μνημονέψανε. Στο ξόδι του μέρες αργότερα οι λίγοι δικοί που δεν ξεπερνούσαν τα δάχτυλα των χεριών, είδαν καθαρά το χαμόγελο του χρέους που πλούμιζε το άψυχο πρόσωπο.
 
Μονές στιγμές που ζητούν την τέταρτη την σημερινή να κάνουν καρέ και να δέσουν το κάδρο, που ή θα το μαυρίσουν και θα το αφανίσουν ολάκαιρο ή θα το φωτίσουν σαν αγίου φωτοστέφανο. Ο κυρ Ανέστης επέλεξε, οι νέοι μας είναι ξανά έτοιμοι, εμείς;

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Lasurconsommation - Υπερκατανάλωση

Υπερκατανάλωση, το επίπεδο κατανάλωσης που βρίσκονται πάνω από τις κανονικές απαιτήσεις ή μέση κατανάλωση.
Εικόνα από την ταινία Samsara Samsara είναι μια λέξη που σημαίνει στο Θιβέτ τροχό της ζωής, μια έννοια τόσο οικεία και τεράστια, κάτι το οποίο ορίζει την ψυχή του καθενός.

Ένα video. Μια απάντηση.


Το Ισλάμ στην Ευρώπη. Η εισβολή άρχισε
 
Το video στάλθηκε από φίλη σε φίλο ο οποίος απάντησε αναλύοντας πολλές από τις πτυχές του μεταναστευτικου κι αποκαλύπτοντας τις πολιτικές επιλογές που κρύβονται πίσω από το οξυμένο αυτό θέμα στις δυτικές κοινωνίες. Αναρτώ την απάντητική επιστολή ως έχει:

.....Χαρακτήρισα εξ αρχής το video στημένο  και θα προσπαθήσω να εκθέσω την αντιφατικότητα, την αποδόμηση δηλαδή που κατά τους θιασώτες της φιλοσοφικής αυτής θεωρίας περιέχει ενδογενώς μέσα του κάθε νόημα, κάθε πόνημα και κάθε δημιούργημα.
Θα διέκρινες ασφαλώς την Marine Le Pen (ξανθιά κυρία) του ακροδεξιού National Front της Γαλλίας, αλλά δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Στο video υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια σοβαρή και περίπου μη αναστρέψιμη πορεία μετατροπής των ‘δημοκρατικών' κοινωνιών της Δύσης σε μουσουλμανοκρατούμενες περιοχές με Σαρία από τη μεταναστευτική επέλαση και τον υπερβολικό πολλαπλασιασμό  των μουσουλμανικών πληθυσμών στη Δύση.
Αφήνω προς το παρόν το πολίτευμα και επικεντρώνω στα αίτια και τις αφορμές του φαινομένου. Οι σχολιαστές αρνούνται να θέσουν ένα απλό ερώτημα και να κληθούν μετά να το απαντήσουν.
Γιατί οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί εγκαταλείπουν τις χώρες τους και μεταναστεύουν στη Δύση; Μύγα τσε-τσε τους τσίμπησε, λοιμοί  και καταποντισμοί τους βρήκαν ή ακολουθούν κάποιο υποχθόνιο σχέδιο κατάκτησης του δυτικού κόσμου; Αν ισχύει το τελευταίο, διαθέτουν άραγε τέτοια ισχύ και ικανότητα;
Οι σχολιαστές όπως κι οι προβληματισμοί τους δεν μπαίνουν στον απλό αυτό κόπο. Το κακό όμως δεν είναι αυτό, αλλά το ότι σε ανάλογο κόπο δεν μπαίνει και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων στις δυτικές κοινωνίες.
Αν έμπαιναν στον κόπο, θα διαπίστωναν ότι αυτοί οι άνθρωποι που κατακλύζουν τις δυτικές χώρες προέρχονται από τόπους τους οποίους υπερεκμεταλλεύτηκαν τα δικά τους χριστιανικά φέουδα, δουκάτα κι αυτοκρατορίες καθώς και τα πρωτοκαπιταλιστικά έθνη κράτη τους. Σ’ αυτούς τους τόπους οι ηγεσίες κι οι ηγεμόνες της δύσης μακέλεψαν ψυχές, αφάνισαν λαούς, μετέτρεψαν περιοχές σε αποικίες,  έκλεψαν πόρους κι  έσυραν ανθρώπους δούλους.
Αν αρκεστούμε στη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο περίοδο, θα έβλεπαν οι ποικιλότροποι αυτοί επικριτές ότι οι σύμμαχοι απέτρεψαν μεν την επέκταση του ναζιστικού γερμανικού εθνικισμού συνέχισαν δε το σκοπό και το στόχο του. Την εκμετάλλευση δηλαδή αυτών των χωρών κι αυτών των κοινωνιών πολύπλευρα. Είτε με την ωμή κατ’ όνομα φιλελεύθερη πολιτικά μορφή του καπιταλιστικού τρόπου της Δύσης είτε με αυτήν του κρατικομονοπωλιακού τρόπου της Ανατολής που με πρόσχημα την εξαγωγή της επανάστασης, (φύσει και θέσει αντεπαναστατική θεωρία), χώρισαν τον κόσμο σε ζώνες επιρροής και τον εκμεταλλεύονται συναγωνιζόμενες ή ανταγωνιζόμενες κατά περίπτωση.  Φύτεψαν κράτος στην καρδιά του Αραβικού κόσμου κι έκαναν και κάνουν συνεχείς πολέμους κι εκτροπές. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα κι ορθολογικό αναμενόμενο η μετακίνηση πληθυσμών των κατεστραμμένων τόπων προς πιο ευημερούσες περιοχές και χώρες.
Παράπλευρη απώλεια θα αναρωτιόταν κανείς ή εσκεμμένη πολιτική ενέργεια;
Προφανώς το δεύτερο. Η επίκληση του φόβου απ’ αυτές τις μετακινήσεις τρομοκρατούν τις δυτικές κοινωνίες και κρατούν δέσμιο, ανασφαλή  κι εύκολα ελεγχόμενο τον πληθυσμό τους. 'Ο φόβος, η μεγαλύτερη φυλακή τ’ ανθρώπου, δεσμά ακατάλυτα και διαρκή...' είπε κάποιος κι είχε δίκιο. Από την άλλη η πληθώρα φτηνού εργατικού δυναμικού ευνοεί την μαύρη εργασία, και προνομιακά προς τις εξουσίες στρώματα κι άνθρωποι κερδοφορούν ασύστολα αφενός κι αφετέρου πιέζει τις εργασιακές σχέσεις με αποτέλεσμα να χαθούν δικαιώματα αιώνων που έχουν κερδηθεί με ποτάμια αίματος. Τέλος η παρουσία μεταναστών ενεργοποιεί τον κοινωνικό αυτοματισμό. Οι διαμάχες και οι συγκρούσεις παίρνουν εμφύλια μορφή σε χαμηλό επίπεδο και διεξάγονται μεταξύ των θιγομένων στρωμάτων, αλληλοσκοτώνονται δηλαδή,  αφήνοντας τα προνομιακά στρώματα και τις ηγεσίες αλώβητες. Πολλαπλά τα οφέλη λοιπόν για τις ηγεσίες και τις εκμεταλλεύτριες εξουσίες της Δύσης.
Πάμε παρακάτω. Έχει μήπως ο τρίτος κόσμος και οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί την ισχύ να αντιπαρατεθούν με την Δύση; Μπορούν δηλαδή οι χριστιανικές ή μη ηγεσίες, παγκόσμιοι παραγωγοί κι έμποροι όπλων ταυτόχρονα να δώσουν την δυνατότητα πολιτικά ή στρατιωτικά σε αντίπαλο να τους νικήσει;
Εδώ γελάνε, με το συμπάθιο. Μια απλή ανάγνωση της μεταπολεμικής ιστορίας το αποκλείει a priori. Σε έξι μέρες το ‘μικρό’ Ισραήλ κατατρόπωσε το 1966 τις ενωμένες αραβικές δυνάμεις και κατέλαβε τα εδάφη τους. Οι δυνάμεις του ‘ελεύθερου κόσμου’ οι συνεταίροι κι οι ανταγωνιστές τους συντήρησαν αλληλοεξοπλίζοντας για 8 χρόνια μια ‘εμφύλια’ διαμάχη τον Ιρανοϊρακινό πόλεμο. Το 1990 ως ΟΗΕ με την καταιγίδα της ερήμου ανακατέλαβαν το προτεκτοράτο τους το Κουβέιτ που αυτοί είχαν δημιουργήσει. Μετά την 11 Σεπτεμβρίου 2011 και αφού προηγουμένως  ως ΝΑΤΟ (1995-98) είχαν διαλύσει στους βομβαρδισμούς τη Γιουγκοσλαβία (αδέσμευτοι), με πρόσχημα την πάταξη της τρομοκρατίας πάτησαν στη Σαουδική Αραβία, ‘κατέλαβαν το Αφγανιστάν’ και διέλυσαν το Ιράκ. Μόλις πέρυσι άλλαξαν όλες τις πολιτικές ηγεσίες του μεσογειακού τόξου της Βόρειας Αφρικής με την αποκαλούμενη ‘αραβική άνοιξη’. Τώρα επιχειρούν στη Συρία κι ατενίζουν το Ιράν. Για ποια ισχύ να μιλά κανείς λοιπόν;
Μήπως όμως,  θα αντιτείνει ο ευφάνταστος διερευνητής, αποκτώντας πολιτικά δικαιώματα οι μουσουλμάνοι στις δυτικές κοινωνίες μπορέσουν να γίνουν πλειοψηφία μέσω των εκλογών που επιτρέπει ‘η δημοκρατία’ και να επιβάλουν τη Σαρία;
Εδώ θα μπορούσα να πω πολλά αλλά συγκρατιέμαι. Ποια δημοκρατία; Το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα που επέλεξε ο καπιταλισμός για να τον εξυπηρετήσει δεν έχει καμιά σχέση με τη δημοκρατία όπως την βίωσε η Αθήνα του Περικλή, του Σόλωνα και του Κλεισθένη  και μας την περιγράφουν οι κλασσικοί αρχαίοι έλληνες συγγραφείς κι όπως πολύ εύστοχα την αναλύει ο Κορνήλιος Καστοριάδης στις ομιλίες του που έγιναν κατόπιν βιβλίο με τίτλο «Η ελληνική ιδιαιτερότητα». Δημοκρατία που δεν έχει αμεσότητα, ανακλιτότητα, εναλλαγή στην εξουσία, κλήρωση για αντιπροσώπευση στα αξιώματα, κανόνες άτεγκτους και απαραβίαστους, ισοκρατία, ισονομία και ισοπολιτεία δεν είναι δημοκρατία. Είναι ένα ψευδεπίγραφο και παραπλανητικό πολίτευμα που βολεύει τις εξουσίες που το εμπνεύστηκαν και το επικαλούνται.
Τι ψηφίζουμε λοιπόν, τι επιλέγουμε θα πει κάποιος; Αντί απαντήσεως τα λόγια του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη «…δεν ψηφίζουμε!!! Νομιμοποιούμε καταστάσεις που οι μηχανισμοί εξουσίας από τα πριν έχουν επιλέξει… εμείς ψηφίζοντας τον Α ή Β ή Γ που μας προτείνεται επιβεβαιώνουμε απλά την προκαθορισμένη επιλογή αφού μεταξύ τους είναι ίδιοι και φιλικοί προς στις εξουσίες που τους επέλεξαν….». Έχει ή δεν έχει δίκιο λοιπόν η Emma Goldman που είπε ότι «Αν οι εκλογές άλλαζαν κάτι, θα ήταν παράνομες»;
Θα νομίζει κανείς ότι με τα παραπάνω που υποστηρίζω, το σύστημα είναι σταθερό κι αλώβητο. Το αντίθετο, είναι ασταθές,  ευάλωτο κι ανασφαλές. Δεν φοβάται βέβαια τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς ή τους κατοίκους του τρίτου κόσμου, αλλά τους δικούς του πληθυσμούς, τις δικές του κοινωνίες και δικούς του εργαζόμενους και πολίτες φοβάται. Γι’αυτό προσπαθεί να τους παραπλανήσει, να τους αποκοιμίσει  και να τους γεμίσει ψευδαισθήσεις και φόβους. Σκιάζεται και τρέμει την αφύπνισή τους. Είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης του. Ιστορικά όλες οι αυτοκρατορίες πρώτα αλώθηκαν από τα μέσα κι ύστερα κατέπεσαν και κυριεύτηκαν από εξωγενείς δυνάμεις.
Κι εμείς οι ανθρώπινοι πληθυσμοί, οι μάζες, οι λαοί γιατί δεν αντιδρούμε; Γιατί οι κοινωνίες της δύσης δεν εξεγείρονται;
Παραδομένοι στον αφασικό στρουθοκαμηλισμό τους, πυροβολημένοι από την μεσοεπικοινωνιακή προπαγάνδα, (δυστυχώς και την διαδικτυακή τελευταία), ζώντας μια κίβδηλη, φαινομενική και υπερχρεωμένη ευημερία, εκμεταλλευόμενοι εργασιακά αλλά εκμεταλλευτές ταυτόχρονα της υπεραξίας πηγών και ανθρώπων του τρίτου κόσμου, αρνούνται να σκεφτούν, να στοχαστούν, να ψάξουν και κυνηγούν εναγωνίως το χρόνο που περνά και χάνεται. Δεσμώτες και δέσμιοι αυτής της κατάστασης αρνούνται να προσδιορίσουν τη θέση τους σε τούτο τον κόσμο και τη σχέση τους με τον διπλανό και τον απέναντι. Αρκούνται σε εύκολες, ιδιοτελείς κι άκοπες παραδοχές που τις τοποθετούν αναλλοίωτες μέσα στο διάβα του χρόνου αφύσικα. Τις επιβεβαιώνουν από βολή, χωρίς να τις αναψηλαφούν και να τις παιδεύουν, γιατί κοστίζει. Επιβιώνουν σχολιάζοντας επιφανειακά τα γεγονότα όπως τα βλέπουν ή τα αντιλαμβάνονται απ’ τις οθόνες.
Παρότι οι άνθρωποι αυτών των κοινωνιών παρουσιάζουν τον μεγαλύτερο δείκτη αλφαβητισμού και κινδυνεύουν να μετατραπούν σε κινούμενα βιολογικά βιονικά pc με πλήθος δεδομένων, αδυνατούν να τα επεξεργαστούν, γιατί δε διαθέτουν κρίση.
Η κριτική ικανότητα, η κρίση δηλαδή διδάσκεται, αλλά κάτι τέτοιο απουσιάζει από την εκπαίδευση τους σκόπιμα. Η παρατήρηση κι η εμπειρία, που είναι οι άλλοι δρόμοι που οδηγούν κι οξύνουν την κρίση, ατόνησαν και χάθηκαν στον αχό της ευκολίας που η εποχή προτρέπει δόλια. Χάθηκε κι η επαφή με τη φύση, όχι μόνο με την έννοια του φυσικού περιβάλλοντος και της δημιουργίας, αλλά μ’ αυτήν του έμψυχου κόσμου του διπλανού μυαλού της κοντινής σκέψης. Έγινε μακρινή η επαφή, εικονική και έμμεση. Θόλωσε κι η φαντασία κι απόκτησε υλική διάσταση, τιμή και σύνορα ορισμένα. Έμεινε έτσι άστεγη η ψυχή, κι η ύπαρξη γίνηκε αρκετά προβλέψιμη και κουραστική.
Η γνώση, όχι σαν αποστήθιση εγκύκλιας μόρφωσης αλλά σαν παραγωγή ιδεών, εννοιών και φιλοσοφίας, θαρρείς πως έμεινε κολλημένη και δεν προχώρησε από τα αρχαία χρόνια. Πιο πολύ κακοφορμίστηκαν, διαστρεβλώθηκαν οι αρχαίοι συγγραφείς (βλέπε Επίκουρος) παρά γεννήθηκε καινούργια σκέψη. Οι ολιστικές πολιτικές θεωρίες-ιδεολογίες την εποχή της νεωτερικότητας, δηλαδή εκείνες του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού, που επικράτησαν αμφισβητώντας  κάθε παραδοσιακή αυθεντία και κυρίως κάθε ανορθολογικό προνεωτερικό θεμελιωτισμό, φαινομενικά ανταγωνιστικές, ουσιαστικά είναι ίδιες κι απαράλλακτες. Με κεντρικό ιδεολογικό πυρήνα την εξυπηρέτηση «αντικειμενικών αληθειών και κεντρικών αξιών», ουσιαστικά αναδεικνύουν σαν κυρίαρχη μια μόνο διάσταση του ανθρωπίνου όντος, την οικονομική, παραβλέποντας όλες τις άλλες. Η ύπαρξη εγκλωβίζεται στην οικονομική της διάσταση, το μέρος γίνεται όλον κι ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αριθμό που προστίθεται, αφαιρείται, διαιρείται και πολλαπλασιάζεται. Η μονοδιάστατη αυτή οπτική επιβαρύνει ιδιαίτερα τις οικονομικοκρατούμενες κοινωνίες δύσης κι ανατολής. Ταυτόχρονα η έλλειψη στοχασμού, σκέψης και η άκρατη υλιστική αντίληψη της ζωής που επικρατεί σκόπιμα, αφού διευκολύνει την συναλλακτική διαδικασία, δυσκολεύει τον προσανατολισμό και την οριοθέτηση του σύγχρονου ανθρώπου στον κόσμο.
Τι να κάνουμε όμως; Παρακολουθούμε την εποχή, στοχαζόμαστε κι αναζητούμε τις ατομικές και τις συλλογικές εκείνες προϋποθέσεις που θα διαμορφώσουν τις συνθήκες για να αμφισβητηθεί αρχικά και να ανατραπεί στη συνέχεια τούτη η κατάσταση. Dum Spiro Spero κι όπως λέει ο στίχος ενός λαϊκού ποιητή και τραγουδοποιού του τόπου μου «… μάχες χαθήκανε πολλές, πόλεμοι συνεχίσαν / μα της αυγής η ξαστεριά τη νίκη θα μου μπέψει / μ’ ένα γοργόφτερο πουλί, ένα πουλί καημένο / π' άφηκε το χαμπέρι του μαζί με την ψυχή του…»
Κούρασα και κουράστηκα, αλλά μια και θυμήθηκα τον τόπο μου και τον πολιτισμό του θα σου μεταφέρω ένα γεγονός, θρύλο ή ανέκδοτο δεν ξέρω, που αφορά όλα τα παραπάνω και τα διαλαλεί με απαράμιλλη λαϊκή απλότητα και θυμοσοφία.  Ο λόγος είναι προφορικός, ντοπιολαλιά και η μεταφορά του σε πεζό ίσως αδικήσει το περιεχόμενο, μιας κι εγώ δεν είμαι γραφιάς. Ζητώ εκ των προτέρων την επιείκειά σου.

«Ήτανε κάποτε ένας χωρικός που κατέβαινε στη θάλασσα, καθότανε σ’ ένα βράχο κάτω απ’ ένα αλμυρίκι για ώρες. Ένας τουρίστας τον παρατήρησε για κάμποσες μέρες κι αναρωτιότανε τι κάνει. Τον πλησίασε μια μέρα και τον ρώτησε. ‘Θωρώ τη φύση να κοιλοπονά και να γεννοβολάει’ απάντησε ο χωρικός. Ο τουρίστας δεν κατάλαβε, και τον δευτερορώτησε γιατί δεν κάνει και κάτι άλλο μιας και κάθεται. ‘Σαν τι;’, ρώτησε ο χωρικός. ‘Να πάρεις μια πετονιά με πέντε αγκίστρια, να την πετάξεις στην θάλασσα και να πιάσεις ψάρια’. ‘Κι απόης’ (και μετά) ρώτησε με τη σειρά του ο χωρικός. ‘Θα φας τα μισά και τα υπόλοιπα θα τα πουλήσεις’. ‘Κι απόης’ ξαναρώτησε ο χωρικός. ‘Θα αγοράσεις κι άλλη πετονιά να πιάσεις περισσότερα ψάρια’ ‘Κι απόης’ ρώτησε πάλι ο χωρικός. Σε κάθε πρόταση του τουρίστα ο χωρικός ρωτούσε ‘Κι απόης’. ‘Θα πάρεις πολλές πετονιές’ ‘Θα πιάσεις πιο πολλά ψάρια’, ‘Θα πάρεις πιο πολλά λεφτά’ ‘Θα αγοράσεις, βάρκα, βάρκες, καΐκι, πλοία, εταιρεία, εταιρίες…’ ‘Κι απόης’. ‘Θα αγοράσεις εργοστάσια, σπίτια, θα κάνεις πλούτη….’, ‘Κι απόης’ ρώτησε πάλι ο χωρικός. ‘Κι απόης’ αποκρίθηκε αγανακτισμένα ο τουρίστας ‘Θα κάθεσαι’. ‘Γη είντα δα τι κάνω;’ (Γιατί τώρα τι κάνω) αναρώτησε αφοπλιστικά ο χωρικός κι άφησε αποσβολωμένο τον τουρίστα να ξύνει τη κεφαλή του».

Αυτά. Μπούρκα ή Σαρία, δεν είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, αλλά το ίδιο το νόμισμα.