Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Broken

Προσπάθησε να κοιμηθεί αλλά ήταν αδύνατον. Η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα. Στις 12 είχε γίνει η κηδεία της μητέρας του. Έναν ακριβώς χρόνο μετά από το θάνατο του πατέρα του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και άναψε τσιγάρο. Και δεύτερο. Και τρίτο.
Το σπίτι δεν τον χωρούσε. Έπρεπε να βγει έξω οπωσδήποτε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ήταν αξύριστος και τα μαλλιά του ανακατωμένα. Φόρεσε ό,τι βρήκε μπροστά του, χτενίστηκε και βγήκε έξω. Η σκύλα έκλαιγε πίσω από την κλειστή πόρτα, για να την πάρει μαζί του. «Συγγνώμη, κούκλα μου» της είπε και μετά την μάλωσε για να σταματήσει.
«Πάρε με το απόγευμα να πάμε για καφέ» του είχε πει ο Γιάννης, όταν τον άφησε στο σπίτι μετά την κηδεία. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Χαιρετούσε άκεφα τους γνωστούς που συναντούσε στο δρόμο και άρχισε να κατευθύνεται μακριά από τη γειτονιά του. Να μην τον ξέρει κανείς και να μην ξέρει κανέναν.
Η Μαίρη δεν είχε έρθει στην κηδεία. Είχαν χωρίσει πριν από τρία χρόνια αλλά αυτός δεν ήταν λόγος να μην έρθει. Έπρεπε να είχε έρθει – την αγαπούσε πολύ η μάνα του. Ίσως να μην ήθελε να δημιουργηθεί θέμα με τον άντρα της. Είχε παντρευτεί ξανά – αυτός όχι.
Είχε σκοτεινιάσει. Κοιτούσε τη φιγούρα του στις τζαμαρίες των μαγαζιών. Το σώμα του ήταν βαρύ, φορτωμένο με πολλά περιττά κιλά. Όλο έλεγε πως θα κάνει δίαιτα και όλο πλακωνόταν στο φαΐ. Και στο ποτό. Και γιατί να κάνει δίαιτα; Δεν ήταν πια τριαντάρης. Πενηντάρισε δυο χρόνια πριν.
Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη Ντίνα. Έβγαιναν τους τελευταίους οκτώ μήνες. Καλή και όμορφη γυναίκα –και πολύ νεότερή του-, αλλά του την έδινε ώρες-ώρες. Πολλή ανάλυση, βρε παιδί μου. Τον κούραζε. Έκανε καλό κρεβάτι, όμως. Στο κρεβάτι δεν μιλούσε. Επίσης, μαγείρευε πολύ ωραία. Όχι σαν τη μάνα του, αλλά ωραία.
«Να την παντρευτείς» του έλεγαν ο Γιάννης και ο Πέτρος. «Άντε, ρε μαλάκες, αυτή είναι βλαμμένη. Αν ήταν στα καλά της, θα ήταν μαζί μου;». Η αυτοεκτίμησή του ήταν πολύ πεσμένη τα τελευταία χρόνια. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει. Έλεγε πάντα αυτό που σκεφτόταν.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως ήταν πολύ κοντά σε ένα καφέ που σύχναζε το τελευταίο διάστημα με την παρέα του. Σκέφτηκε να πιεί έναν καφέ αλλά δεν ήθελε κουβέντες. Κοίταξε κλεφτά από την τζαμαρία. Το μαγαζί άδειο, ο ιδιοκτήτης σκυμμένος πάνω από ένα laptop. Μπήκε.
Ο ιδιοκτήτης τον χαιρέτισε θερμά – ήταν καλός τύπος. Είχε έρθει και στην κηδεία. Του ζήτησε συγγνώμη που είχε μουσική. «Μη λες ανοησίες, η δουλειά σου είναι. Θα μου φτιάξεις έναν καφέ;».
Έκατσε σε ένα γωνιακό τραπέζι και κοιτούσε έξω. Με έναν καφέ και πέντε τσιγάρα έκανε αναδρομή σε όλη του τη ζωή. Δεν ήταν και καμιά συνταρακτική ζωή. Τα συνηθισμένα. Μια αστική οικογένεια, καλά παιδικά χρόνια, μετά οι σπουδές, ο στρατός, μια αδιάφορη δουλειά γραφείου, ένας γάμος, ένα παιδί που δεν ήρθε ποτέ, ένα διαζύγιο, ο θάνατος του πατέρα του και της μητέρας του – αυτά. Και ήταν πια 52 ετών.
Άφησε τα χρήματα στο τραπέζι, χαιρέτησε τον ιδιοκτήτη του καφέ και βάδισε αργά προς την πόρτα. Την άνοιξε λίγο και κοντοστάθηκε. Γύρισε προς τον ιδιοκτήτη του καφέ –που τον κοιτούσε με απορία- σώπασε για λίγο και μετά του είπε: «Ξέρεις τι είναι αυτό που με τρελαίνει πιο πολύ, ρε Βασίλη; Ότι κανείς πια δεν θα με πει ποτέ ‘παιδί μου’». Έσπρωξε την πόρτα και βγήκε έξω.
(Αναδημοσίευση από τον πιτσιρίκο)

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά...

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω ενάντια στην αλήθεια της ζωής μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε τι δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος, όταν του επέβαλα τις επιθυμίες μου. Και όταν μάλιστα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και ούτε ήταν έτοιμος ο άνθρωπός, ακόμα και αν αυτός ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ για μια άλλη ζωή και έβλεπα γύρω μου ότι τα πάντα μου έλεγαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι σε κάθε περίσταση ήμουν στο κατάλληλο μέρος και πάντα στην κατάλληλη στιγμή. Αυτό με έκανε να γαληνέψω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΛΗΘΕΙΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο μου χρόνο και κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω μόνο ότι μου αρέσει και με γεμίζει χαρά, ότι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά. Με το δικό μου τρόπο και με τους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ότι δεν ήταν υγιεινό για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και οτιδήποτε με απομάκρυνε από τον εαυτό μου. Παλαιά αυτό το έλεγα «υγιή εγωισμό». Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΑΓΑΠΗ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλα πολύ λιγότερο. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΠΛΟΤΗΤΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν μου και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω κάθε μέρα την κάθε στιγμή που ξέρω ότι ΟΛΑ συμβαίνουν. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι, οι σκέψεις μου με έκαναν ένα άτομο μίζερο και άρρωστο. Όταν επικαλέστηκα τη δύναμη της καρδιά μου η λογική μου βρήκε ένα πολύτιμο σύμμαχο. Σήμερα αυτό το λέω ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι, δεν πρέπει να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετωπίζουμε με τον εαυτό μας ή με τους άλλους. αυτό το λέμε ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ
Ξέρω ότι από τις εκρήξεις στο Σύμπαν γεννιούνται νέα αστέρια. Σήμερα ξέρω ότι, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ.
TΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ
Ομιλία στα 70στά γενέθλια του..

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Ανθρωπισμός ή Κανιβαλισμός; Ελευθερία ή τρομοφοβικός καταναγκασμός;

Ας πούμε ότι μια εταιρία στα πλαίσια υλοποίησης κάποιου καινοτόμου προγράμματος, σας ανακοινώνει ότι εφ’ εξής θα αποσπά κάθε μήνα από τον μισθό ή τον τραπεζικό σας λογαριασμό, ας πούμε 100 ευρώ. Φυσικά σας δίνει το δικαίωμα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος να αποποιηθείτε της προσφοράς εγγράφως. Πώς θα σάς φαινόταν αυτή η επιχειρηματική κίνηση; Χυδαία; Εξοργιστική; Απατεωνίστικη; Μάλλον κάτι χειρότερο απ’ αυτά. Έχετε καμιά αμφιβολία ότι η εταιρία αυτή θα θησαύριζε; Απολύτως καμία!

Θυμάστε επίσης, πριν κάμποσους μήνες, που οι φωστήρες της Ευρώπης είχαν τη φαεινή ιδέα, η όποια τυχαία χώρα της ευρωζώνης που θα έπεφτε έξω στα οικονομικά της, να αποβαλλόταν αυτομάτως από την ευρωζώνη, εκτός και αν κάποιες άλλες αποφάσιζαν ειδικά ότι θα έπρεπε να παραμείνει ; Πώς σας είχε φανεί κι αυτή η ιδέα; Αλήτικη; Κάπως έτσι.

Κανένα από τα δυο παραπάνω παραδείγματα-ιδέες δεν περπάτησε, κι ο λόγος μάλλον ήταν ότι ερχόταν σε αντίθεση με εδραιωμένους δικαιικούς και ηθικούς κανόνες της νεωτερικότητας.

Μήπως τώρα, μετά από αυτή την εισαγωγή, η περί οργάνων ιδέα του Λοβέρδου εμπίπτει σ’ αυτή την ίδια ανήθικη λογική; Δηλαδή το να σε υποχρεώνει να εκχωρήσεις κάτι που σου ανήκει, εκτός κι αν προλάβεις και το αρνηθείς; Κι αν εν τω μεταξύ δεν προλάβεις ν’ αρνηθείς; Αυτό θα θεωρηθεί αυτόματα συναίνεση;

Ο νόμος του υπερφίαλου υπουργού υγείας εκτός από τις όποιες συγκυριακές μικρόνοες σκοπιμότητες που θέλει να εξυπηρετήσει, αποτελεί δείγμα ακραίου ολοκληρωτισμού και επιβολής κυριαρχίας του κράτους στο ίδιο το σώμα, όχι το κοινωνικό όπως χρόνια τώρα άλλωστε πράττει, αλλά στο σάρκινο, και μάλιστα σε εποχές όπου το λιβανιστήρι στα ανθρώπινα δικαιώματα πάει σύννεφο.

Αλλά ας πάμε κι ένα βήμα παραπέρα. Τι θέλει να επιτύχει ένας υπουργός υγείας, ο οποίος έχει αναλάβει να εξασφαλίσει πόρους για τη συνέχιση της λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας, με το νόμο αυτό; Μα να βρει καινούργιους πόρους! Κι από πού θα προέλθουν αυτοί; Μα, από το εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων που με το έτσι θέλω θα αποσπά από τον καθένα μας! Κέρδη καθαρά, χωρίς να αποδίδει τουλάχιστον κάποιο ποσοστό στους κληρονόμους. Οι θάνατοι στην Ελλάδα ετησίως ανέρχονται στους 100,000 περίπου, άρα θα διατίθενται στην αγορά 100,000 καρδιές, 100,000 συκώτια, 50,000 μεταμοσχεύσιμα πέη και 200,000 νεφρά. Πόση να είναι άραγε η ζήτηση; Δειγματοληπτικά, αυτή τη στιγμή υπάρχουν περίπου 1000 νεφροπαθείς οι οποίοι περιμένουν να βρεθεί κάποιο μόσχευμα. Αν ικανοποιηθούν αυτοί, άντε κι άλλοι τόσοι, τι πρόκειται να τα κάνετε τα υπόλοιπα 198,000 νεφρά κ. υπουργέ ;

Θα τα εξάγετε, θα τα στείλετε στη χωματερή ή θα τα κάνετε κονσέρβα και θα τα διοχετεύσετε στην αγορά, στα ράφια των supermarkets;

Όφειλε να γνωρίζει ο υπουργός ότι μια κανιβαλική εξουσία επιβιώνει καλύτερα κάνοντας και τους πολίτες, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση αυτής, κανιβάλους. Και είναι απολύτως σίγουρο ότι, όπως τελευταία είθισται, θα μπλέξετε και πάλι την κοινή γνώμη με το κατά πόσον είναι ή δεν είναι ο νόμος σας ανθρωπιστικός, και μάλιστα πριν προλάβουμε ακόμα να αποφανθούμε περί της «ανθρωπιστικότητας» της επέμβασης στη Λιβύη...

Αλήθεια πόσο κουραστήκατε να πείσετε την κοινωνία για την αναγκαιότητα να γίνει ο καθένας δωρητής με την συγκατάθεση του "opt-in" και απελπισμένα καθιστάτε κάθε άτομο ex lege δότη οργάνων μετά το θάνατό του "opt-out";

Ζητήσατε ποτέ την συγκατάθεση των πολιτών μετά από σοβαρή καμπάνια με επιχειρήματα και διασφαλίσεις, ας πούμε σε μια απογραφή, κι αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν, ώστε να καταφεύγετε απελπισμένα στην επιβολή;

Δώσατε ποτέ διά του παραδείγματος στην κοινωνία να καταλάβει και να συνδράμει στις προσπάθειές σας; Ας πούμε πόσοι από τους βουλευτές, τις οικογένειές τους, την επιχειρηματική τάξη, την πανεπιστημιακή κοινότητα, την στρατιωτική ηγεσία και την δημοσιογραφομηντιακή οικογένεια είναι δωρητές οργάνων σώματος ή απλά αιμοδότες;

Αλήθεια τι θα κάνετε με τους αρνητές συνείδησης, φόβου ή έλλειψης εμπιστοσύνης σε σας, το κράτος και τις υπηρεσίες τους; Θα τους γκετοποιήσετε; Θα τους αποκλείσετε από τις λίστες ή θα τους περιθωριοποιήσετε εντός αυτών; Θα υποχρεώσετε του ιατρούς να παρακάμψουν την αναγκαιότητα έναντι της σκοπιμότητας καταπατώντας τον όρκο και τη δεοντολογία τους; Κι αν είναι πολλοί τι θα κάνετε; Θα τους εξοστρακίσετε μήπως σε νέες Σπιναλόγκες ή θα διαιρέσετε και θα διχάσετε ξανά την ελληνική κοινωνία; Μήπως τελικά δεν είναι ψεύτικες οι φήμες που σας θέλουν δέσμιο μιας ομάδας συμβούλων και συμφερόντων που ούτε αγνές προθέσεις έχει ούτε ανώφελους σκοπούς;

Αλήθεια στη νομική σας επιστήμη, η απώλεια ενός κοινωνικού αγαθού με την πιθανή αντικατάστασή του από ένα άλλο πώς λέγεται; Είναι σύννομη; Η ελευθερία ή η υγεία είναι μεγαλύτερο αγαθό;

Το τελευταίο δε χρήζει απαντήσεως. Τούτη η κοινωνία απάντησε και συγκροτήθηκε ταυτόχρονα αλλά και στην πορεία της, με τη λευτεριά μεγαλύτερη του θανάτου αξία. Με την ελευθερία και την ορθόδοξη πίστη, κατά κύριο λόγο, αλλά και την όποια πίστη στήθηκε τούτος ο λαός κι εσείς εκεί στα γραφεία σας με τους συμβούλους δείχνετε να το αγνοείτε.

Για τα λοιπά ερωτήματα; Αναπάντητα όπως φαίνεται θα μείνουν ενός κυβερνητικού non opengov διαλόγου. Ας είναι, θα συνεχίσω….

Εκτός όμως από την εμπορία οργάνων με σκοπό το κέρδος θα πρέπει να επισημάνω κι άλλες σκοπιμότητες που κρύβει αυτός ο νόμος αλλά κι αυτή η φούρια του υπουργού να τον περάσει στην παρούσα συγκυρία.

Με την επιβολή του χάνεται η προσφορά και η διάθεση του ατόμου να προσφέρει στην κοινωνία κι αυτή με την σειρά της να το επιβραβεύσει ηθικά. Διά του παραδείγματος το άτομο κοινωνικοποιείται και η κοινωνία λειτουργεί ως συλλογική συνείδηση. Αντίθετα ο μαζικός καταναγκασμός περιθωριοποιεί την κοινωνία και τις συλλογικές της λειτουργίες, αφού απομονώνει κι αποκοινωνικοποιεί το άτομο απροσωποποιώντας τις πράξεις του. Δεν υπάρχει προσφορά, υπάρχει υποχρέωση.
Πάρτε παράδειγμα κάποιον σημερινό δότη ή τον αυστραλό πατέρα του νέου που σκότωσαν στη Μύκονο οι μπράβοι στο ξύλο. Όλοι, σαν κοινωνία επαινούμε την ή τις πράξεις τους και τους ευχαριστούμε για τον αλτρουϊσμό και τον ανθρωπισμό τους. Κάποιοι θα θέλουν να τους μοιάσουν και θα κάνουν κι αυτοί ίδιες ή ανάλογες πράξεις λειτουργώντας συλλογικά αυξάνοντας την κοινωνική συνείδηση. Ο δότες νοιώθοντας εσωτερική ικανοποίηση αλλά και την κοινωνική αποδοχή γίνονται πιο δοτικοί σε νέες κοινωνικές διεργασίες. Πάρτε την πράξη τους μετά τον νόμο. Τι γίνετε; Τίποτα, μια από τις χιλιάδες πράξεις ρουτίνας. Κανείς δεν ξέρει ποιος δίνει, τι δίνει, πού δίνει. Καμιά κοινωνικοποίηση, καμιά συλλογική διαδικασία. Η κοινωνία σαν όχλος πορεύεται και το άτομο έρημο κι απρόσωπο σέρνεται εντός αυτής. Η εξουσία έχει κερδίσει κατά κράτος. Αφενός γιατί έβαλε ανάχωμα στη συνειδητοποίηση και τη δραστηριοποίηση της κοινωνίας και αφετέρου έχει βγάλει τα όποια οφέλη οικονομικά ή επιστημονικά χωρίς κοινωνικό κόστος. Η κοινωνία έχει υποστεί μια νέα ήττα. Αλτρουισμός κι ανθρωπισμός χωρίς ελεύθερη βούληση είναι φασισμός.

Ας δούμε και κάτι άλλο. Όταν όλοι θα είναι κατά νόμο δωρητές οργάνων θα πρέπει να είναι ελεγμένοι εκ των προτέρων με εξετάσεις ιστοσυμβατότητας γενετικού υλικού, κάτι που σήμερα απαγορεύεται χωρίς την συγκατάθεση του ασθενούς ή της δικαιοσύνης αν πρόκειται για εμπλεκόμενο με ποινικές πράξεις. Με το νόμο αυτό αίρεται επί της ουσίας κάθε νομικό ή συνταγματικό κώλυμα για την ολοκληρωτική παρακολούθηση του ατόμου, αφού τώρα εκτός από την κάρτα του πολίτη, θα ελέγχονται και τα πιο μύχια ατομικά (γενετικά) δεδομένα του από τους φορείς εξουσίας. Σε μια βάση δεδομένων λοιπόν με το κράτος ή τις υπηρεσίες του εγγυητές ασφαλείας (εδώ γελάνε) μπορεί 'εύκολα' να επιλέγεται ο καθείς από τον υποψήφιο ισχυρό και πλούσιο λήπτη που προσδοκά μάταια να εξαγοράσει την 'αθανασία' του!!!

Ούτε ο Όργουελ δεν μπορούσε να φανταστεί το βάθος και την έκταση του σημερινού παγκοσμιοποιημένου φασισμού. Είναι τυχαίο που για εκτελεστή Υπουργό Υγείας επιλέξανε τον πιο φανατισμένο εκπρόσωπο του σημερινού εκσυγχρονιστικού νεοταξισμού στη χώρα μας; Δεν νομίζω.

Από το δίλλημα "σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα" βιώνουμε τη βαρβαρότητα. Από το δίλλημα "Ανθρωπισμός ή κανιβαλισμός;" μας επιβάλουν τον δεύτερο.

(τα παραπάνω είναι συρραφή από το κείμενο "Ο Λοβέρδος κανίβαλος" που δημοσίευσε η cynical στο blog της και του διαλόγου που ακολούθησε)

'Σαν σημαδέψεις αετό' Θέμης Αδαμαντίδης

Η κατσίκα και το γεύμα της σαρακοστής

Μπήκε κι σαρακοστή. Είπαμε καλή σαρακοστή φίλοι μου; Λέμε. Όπως τη σαρακοστή κυριαρχεί η νηστεία έτσι κι εγώ σήμερα δεν έχω όρεξη να καταπιαστώ μ' ένα μεγάλο και χορταστικό θέμα. Θα τσιμπήσουμε λοιπόν σαν το σαρακοστιανό γεύμα της Καθαράς Δευτέρας. Λίγο απ' όλα, απ' αυτό που από λίγο-λίγο τρως αλλά πολύ-πολύ φουσκώνεις. Αλλά ας είναι, πάμε φίλοι μου.
Υυποψήφιος για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας ο "Κυνόδοντας" του Γιώργου Λάνθιμου. Τιμή μεγάλη και προβολή για την χώρα μας που διασύρεται διεθνώς λόγω της οικονομικής της κατάστασης. Έτρωγα τα νύχια μου περιμένοντας το αποτέλεσμα. Δύσκολή ταινία, δε λέω, αλλά ο κινηματογράφος εκτός από διασκέδαση είναι και ψυχαγωγία κατά την αρχαιοελληνική έννοια γι αυτό είναι και τέχνη. Δεν κέρδισε δυστυχώς αλλά σίγουρα είναι μια επιτυχία του ελληνικού κινηματογράφου που υπόσχεται. Την άλλη μέρα διαβάζοντας τις κριτικές και τα σχόλια μου έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι (όχι αυτός του Αστερίξ, ο δικός μας). Κλοπιράιτ του μεξικάνικου φίλμ "Το Κάστρο της Αγνότητας" του Αρτούρο Ρίπσταϊν έγραφαν οι περισσότερες!!! Ακόμα κι αυτές που αρχικά ήταν θετικές κατέληγαν στην υποδιαστολή, σ' εκείνο το ξεφτιλισμένο 'αλλά' που συναντάς στον γιατρό "Δεν έχετε τίποτα, είστε πολύ καλά, αλλά.." ή όταν πας στον δάσκαλο "είναι εξαιρετικός ο γιος σας, αλλά". Έτσι κι εδώ καλή ταινία, αλλά αντίγραφο, κλοπιράιτ, πανομοιότυπη, ταυτόσημη κ.ά. Πω! πω! χολή. Έψαξα στο διαδίκτυο, έψαξα στα videoclub και τελικά την βρήκα. Σίγα μη δεν την εύρισκα με τόση διαφήμιση που της έκανε η ξινίλα. Κάθισα και την είδα, κοινά σημεία ναι υπάρχουν, αλλά άλλη ταινία. Άλλη δομή, άλλο ύφος, άλλη επεξεργασία κι άλλο κυρίως το κεντρικό νόημα. Από τον πατρικό αυταρχισμό στον φασισμό του Ρίπσταϊν, περνάμε στην ανοησία, την υποκρισία, τ' αδύνατο του φραγμού στην ανθρώπινη περιέργεια που ωθεί τον άνθρωπο προς το μέλλον του και την απελευθέρωση του στον Λάνθιμο. Αυτά για την ταινία. Αυτό όμως που εγώ έβγαλα όμως σαν συμπέρασμα σ' αυτή την περιήγηση, είναι πως οι Έλληνες διαχρονικά είμαστε ίδια ράτσα ασυζητητί. Ούτε γλώσσα, ούτε τόπος, ούτε θρησκεία μας το υποδηλώνουν, παρά μόνο ο φθόνος. Αυτός μας χαρακτηρίζει σαν φυλή, αυτός μας σταμπάρει. Ο φθόνος για τον συμπατριώτη, τον συνάδελφο, τον συνέλληνα, τον απέναντι. Η κατσίκα του γείτονα στο αξέχαστο ανέκδοτο του μακαριστού Χριστόδουλου.
Μπουμπουνητά στην μπλογκόσφαιρα. Ένα mail άστραψε και βάλθηκε να χρεοκοπήσει την χώρα και την λογική. Αν η χώρα χρεοκοπούσε έτσι πρώτα δεν θα υπήρχε χώρα. Μυρίστηκαν οι διωκτικές αρχές εύκολή επιτυχία κι έτρεξαν να συλλάβουν τον εθνικό μειοδότη. Εθνική προδοσία ένα mail κι ένας αδαής κακόμοιρος blogger κι όχι το χρέος των 350 δις ευρώ; Αστεία υπόθεση για χοντρό γέλιο αν δεν παίζονται πίσω της παιχνιδάκια για την ελευθερία του διαδικτύου. Αυτοκτονεί καθημερινά η σοβαρότητα σ' αυτή την χώρα και μας πήρανε τα ζουμιά. Κάγκελα, σκάνδαλα παντού και τα μυαλά στα τάρταρα τ' αόρατου εχθρού.
Λυπήθηκα στο άκουσμα ότι πέταξε ο Μανώλης Ρασούλης για την άγνωστη γνώση. Γλυκός, σεμνός, χαμογελαστός, ευγενικός θυμόσοφος κι εξηγητής του μάταιου τούτου κόσμου. Πλούμισε την ζωή μας με τους στίχους και τα τραγούδια του. Μαζί τους χορέψαμε, τραγουδήσαμε, ερωτευτήκαμε, χαρήκαμε, προβληματιστήκαμε και λυπηθήκαμε μ' εκείνη την λύπη που κυοφορεί την ελπίδα μιας ζωοφόρου αυγής. Τίποτα δε πάει χαμένο στην χαμένη μας ζωή. Ναι το μάθαμε κι αυτό. Δε χώραγε τούτος ο άνθρωπος στα ντουβάρια του ραδιομεγάρου της ΕΡΤ κι απολύθηκε. Πως να χωρέσουν τέτοιες αξίες σ' ανάξιες, βάρβαρες, εξουσιαστικές κι άψυχες λογικές; Ας είναι. Ξάστεροι να 'ναι οι τόποι που θα διαβαίνεις τώρα Μανώλη Ρασούλη.
Αχ Ελλάδα σ' αγαπώ και παντού σ' ευχαριστώ γιατί μ' έμαθες....Μάθαινε πράγματι τούτη χώρα κάποτε. Μετά συρρίκνωσε τα μυαλά της, συρρίκνωσε τις γνώσεις της και την παιδεία της και τώρα συρρίκνωσε και τα σχολειά της, η της παιδείας υπουργός της όπως θα συρρικνώσει αύριο τα νοσοκομεία της ο της υγείας συνάδελφος της. Περίεργη χώρα. Πριν από δυο χρόνια μας λέγανε πως δεν έχουμε σχολειά και νοσοκομεία και σήμερα ότι πληθύνανε δάσκαλοι, σχολειά, καθηγητές, γιατροί, νοσοκομεία και νοσοκόμες. Ούτε η Κίρκη με το ραβδί της να τα μεταμόρφωνε. Οι μαθητές κι οι ασθενείς το ξέρουνε; Ή δε μας νοιάζει και ποιος τους ρωτά αυτούς;
Τέλειωσε κι η Υπατία χωρίς να χαθεί ψυχή. Δύσκολο θέμα το μεταναστευτικό. Κρύβει σκοπιμότητες, συμφέροντα, πόνους, φοβίες, ιδεολογήματα κι ιδεοληψίες. Ακατόρθωτο η χώρα μας να χωρέσει τόσες ζωές και να τους δώσει ελπίδα κι όνειρο για το μέλλον. Δε το βαστούν όμως κι οι απόγονοι του Ξένιου να στρέψουν αλλού το βλέμμα αδιάφορα. Εμένα μου 'κατσε το σύνθημα που 'δα γραμμένο σε τοίχο. "Οι παππούδες μου πρόσφυγες, οι γονείς μετανάστες κι εγώ ρατσιστής". Σκληρό να είσαι ρατσιστής γιατί τα άλλα δυο τα βίωσα. Σε μια χώρα κι ένα λαό που χρεοκόπησε ή χρεοκοπεί θέλει κότσια να βγάλει την ανθρωπιά που δεν έχασε ενώ τσίριζαν πλάι του οι κήρυκες του αίματος και του ολέθρου. Κάτι είναι κι αυτό προς το παρόν. Δυο μάτια παιδιού λάμψαμε από φως, δυο χείλη νεανικά γέλασαν από ελπίδα και δυο ανάσες μ' ανακούφιση βγήκαν από τα βάθη τους για να ενώσουν την πνοή τους με την φύση που αναγεννιέται. Να δουν...
Τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν, τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, την θάλασσα να κυματίζει. Να δούμε την άνοιξη που έρχεται και δεν μπορεί κανείς να μας την πάρει. Δεν θα το επιτρέψουμε. Άλλωστε ας μη ξεχνάμε πως οι άρχοντες μέχρι εκεί που τους επιτρέπουν οι αρχόμενοι απλώνονται.

Βαρύ το σαρακοστιανό γεύμα κι άνοιξα το ψυγείο για κάτι ελαφρύ. Είδα το γιαουρτάκι και κοκάλωσα. Όχι, δεν με τάραξε η απαγόρευση του στην νηστεία. Στην νεοελληνική μας καθημερινότητα άλλωστε η νηστεία τελειώνει το βράδυ της Καθαράς Δευτέρας και ξεκινάει ξανά ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής. Οι περιπέτειες που τραβάει στις μέρες μας το γιαουρτάκι με τάραξαν. Ιπτάμενο έγινε για να φτιάξει μάσκαρες κι επιδερμίδες στους πολιτικούς μας, τη ρήση του ποιητή ακολουθώντας "χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις εκεί που με χειροκροτάς χωρίς να το πιστεύεις". Όχι δεν συμφωνώ ούτε κι επιδοκιμάζω όπως όλοι χάριν αστειότητας. Χάριν σοβαρότητας όμως λυπάμαι. Λυπάμαι την αγελάδα που 'καμε το γάλα, τον παραγωγό που το μάζεψε τους εργάτες που κουράστηκαν να το παρασκευάσουν και να το παρκάρουν στο ψυγείο μας. Διαστροφή; Δε νομίζω.

Καλή άνοιξη φίλοι μου, χαρείτε την। Μην ακούτε τίποτα την αξίζετε.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Μέρες του '36, Πράξεις διαχρονικές


Η ιστορία έχει ως εξής: το 1936, η Ελλάδα του Ιωάννη Μεταξά, αρνήθηκε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του δανείου που είχε συνάψει με τη βελγική τράπεζα Societe Commerciale de Belgique.

Η κυβέρνηση του Βελγίου προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο του Διεθνούς δικαίου, που είχε ιδρύσει η Κοινωνία των Εθνών, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι αθετεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις. Η Ελλάδα απάντησε ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, διότι δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση του Λαού και της χώρας!

Στο υπόμνημά της, η Ελληνική κυβέρνηση έλεγε:"Η Κυβέρνηση της Ελλάδος, ανήσυχη για τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνικού λαού και για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας, δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή. Όποια κυβέρνηση κι αν ήταν στην θέση της, θα έκανε το ίδιο" (Yearbook of the International Law Commission, 1980,v.l.,sel.25).

Το επιστέγασμα ήρθε με το υπόμνημα που κατέθεσε στο Διεθνές Δικαστήριο ο νομικός εκπρόσωπος της Ελληνικής κυβέρνησης το 1938, όπου τόνισε τα αυτονόητα: Ενίοτε μπορεί να υπάρξει μια έκτακτη κατάσταση "η οποία κάνει αδύνατο για τις Κυβερνήσεις να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους δανειστές και προς τον Λαό τους. Οι πόροι της χώρας είναι ανεπαρκείς για να εκπληρώσουν και τις δύο υποχρεώσεις ταυτόχρονα. Είναι αδύνατον να πληρώσει μια Κυβέρνηση το χρέος και την ίδια στιγμή να παρασχεθεί στον λαό η κατάλληλη διοίκηση και οι εγγυημένες συνθήκες για την ηθική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στα δύο. Και φυσικά, το καθήκον του Κράτους να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των βασικών δημοσίων υπηρεσιών, ΥΠΕΡΤΕΡΕΙ έναντι της πληρωμής των χρεών της. Από κανένα κράτος δεν απαιτείται να εκπληρώσει, μερικά ή ολικά, τις χρηματικές του υποχρεώσεις, αν αυτό ΘΕΤΕΙ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών του κι έχει σαν αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της διοίκησης της χώρας (σας θυμίζει κάτι;). Στην περίπτωση που η αποπληρωμή των χρεών θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ζωή και τη διοίκηση, η Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να διακόψει ή και να μειώσει την εξυπηρέτηση του χρέους!

Με αυτά τα επιχειρήματα λοιπόν, το Διεθνές δικαστήριο δικαίωσε την Ελλάδα, δημιουργώντας νομικό προηγούμενο, στο οποίο μάλιστα το 2003 στηρίχθηκε η Αργεντινή και ο αείμνηστος πρόεδρος της, Νέστωρ Κίχνερ, ο οποίος επέλεξε να διαγράψει μονομερώς το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους της χώρα του, αντί να την υποδουλώσει στο ΔΝΤ!

Χωρίς λόγια...

από το Ποντίκι 25.11.2010, χωρίς σχόλια...