Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Το κάδρο

Τελικά το ερώτημα έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό, βουτάει στην καρδιά και στο είναι και σ’ αναστατώνει. Με ποιους είσαι τέλος πάντων στο ακήρυχτο τούτο πόλεμο και την αβάσταχτη κατοχή που φύλαγαν οι καιροί για την χώρα μας; Με τα παιδιά που ξεσηκώθηκαν σαν έτοιμα από καιρό, που όσο κι αν δεν συμφωνείς με κάποια λόγια ή πράξεις μαζί τους, σήκωσαν ξανά την τιμή και την περηφάνια ενός λαού αδούλωτου στην ιστορική του διαδρομή ή με τις φανφάρες και τις υποκλίσεις των προσκυνημένων που ενώ σπέρνουν, τον όλεθρο, την καταστροφή και τον αφανισμό του κόσμου σκιαμαχούν ανέξοδα από τα γυάλινα παράθυρα  της μεσομαζικοεπικοινωνιακής τους προστασίας; Σκέψεις που δεν φοβούνται μην τους πέσει ο ουρανός στο κεφάλι αλλά να μη σταθεί εμπόδιο στο λεύτερο του στοχασμού τους. Έτσι είναι η φύτρα κι η φτιαξιά τούτου κόσμου κι ας μη τ’ αναγνωρίζει κι ίδιος άμεσα.
Ξημέρωνε Δευτέρα κι ο Αναστάσιος διάβαζε στο λιγοστό φως της λάμπας για τις εξετάσεις που ‘χε τρεις μέρες αργότερα στην Ιατρική. Το δωμάτιο λιτό κάπου στου Γκύζη π’ αντανακλούσε την φτώχεια και την στένεψη του ενοίκου. Ένα κρεβάτι εκστρατείας, ένα τραπέζι που ‘χε την χρήση γραφείου, μερικά βιβλία, ένα ερμάριο αλλοτινών εποχών που ‘χε πάρει από τα παλιατζίδικα κι η βαλίτσα  που κουβαλούσε το βιος του απ’ το νησί. Η κίνηση κι η οχλαγωγία έξω τ’ απέσπασαν την προσοχή. Δεν ανταποκρίνονταν μήτε στην ώρα μήτε στης καθημερινότητας την συνήθεια. Άνοιξε το παράθυρο. Η πρωινή δροσιά του τσίτωσε το πρόσωπο. Οι τελάληδες των εφημερίδων διαλαλούσαν την πραμάτεια τους. «Επιστράτευση», «Πόλεμος» «Ο ελληνικός λαός είπε ΟΧΙ στο Μουσολίνι». Έκλεισε το παράθυρο, τακτοποίησε τα λιγοστά του υπάρχοντα, αποχαιρέτησε ευλαβικά τ’ αγαπημένα του βιβλία κι έσπευσε να προστεθεί στης πατρίδας την άμυνα.

Χρόνους πολλούς πρωτύτερα που καβάτζαραν αιώνα, ο Τάσος αμούστακο παιδί στα δεκάξι του βάδιζε, ξυπόλυτος δυο μερόνυχτα για να προκάμει να φτάσει στην Μονή. Πλησίαζε του Ευαγγελισμού τι κι αν οι σημερινοί μελετητάδες της ιστορίας το βάζουν λίγο πριν ή λίγο μετά, αυτοί δεν ήταν εκεί ο Τάσος ήτανε. Είχε ακούσει το μεγάλο μαντάτο πως ο παπάς θα σήκωνε το φλάμπουρο της επανάστασης κι έτρεχε να προλάβει.  Ανέβαινε ράχες, κατέβαινε πλαγιές διάβαινε τα ρυάκια και πρόκαμε. Γονάτισε και με δανεικό σπαθί ορκίστηκε στην λευτεριά του γένους.

Κακοτράχαλοι χρόνοι και πάλι, όχι πρωτόγνωρο για τούτο τον τόπο πιο πρόσφατοι όμως κι ο κυρ Ανέστης βάδιζε για το σπίτι του καθώς ξημέρωνε. Νυχτοφύλακας σε εργοστάσιο στην Ιερά Οδό είχε τελειώσει την βάρδια του κι επέστρεφε στο σπιτικό του. Γύρω του ουρλιαχτά, τρεχαλητά, φωνές,  σειρήνες και πυροβολισμοί. Ήξερε τι γινότανε, το ‘χε ακούσει στο ράδιο πως το τανκς μπούκαρε στο Πολυτεχνείο αλλά αυτός σφάλισε τ’ αυτιά και τα μάτια και βάδιζε. Ο βιοπορισμός της οικογένειας τον ένοιαζε μόνο και τίποτα άλλο. Ανέβηκε την Καποδιστρίου κι έστριψε την Σόλωνος.  Δυο δρασκελιές ήταν από το σπίτι του όταν τον είδε κάτω αιμόφυρτο να του ζητά βοήθεια με χέρι σηκωμένο. «Αναστάση με λένε πες το στους δικούς μου» ψέλλισε ξέπνοα. Πίσω του οι διώκτες σίμωναν μανιασμένοι. Ο κυρ  Ανέστης είδε μια το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού του που τον καλούσε στην θαλπωρή του, μια τον πεσμένο νέο που αγωνιζότανε να σηκωθεί για να ξεφύγει κι ύστερα γύρισε, άνοιξε τις φτερούγες του και δέχτηκε κατάστηθα την σφαίρα που ‘βαψε άλικο το λευκό φθαρμένο του πουκάμισο. Ο χρόνος της θυσίας ήταν αρκετός για τον Αναστάση. Βοήθησε κι ο κορεσμός απ’ αίμα των διωκτών. Ο κυρ Ανέστης δεν αναφέρθηκε ποτέ ούτε σαν νεκρός ούτε σαν θύμα.  Μήτε στις επιτύμβιες πλάκες τον εγράψανε μήτε στα πανηγύρια π’ ακολούθησαν απ’ τους απόντες τον μνημονέψανε. Στο ξόδι του μέρες αργότερα οι λίγοι δικοί που δεν ξεπερνούσαν τα δάχτυλα των χεριών, είδαν καθαρά το χαμόγελο του χρέους που πλούμιζε το άψυχο πρόσωπο.
 
Μονές στιγμές που ζητούν την τέταρτη την σημερινή να κάνουν καρέ και να δέσουν το κάδρο, που ή θα το μαυρίσουν και θα το αφανίσουν ολάκαιρο ή θα το φωτίσουν σαν αγίου φωτοστέφανο. Ο κυρ Ανέστης επέλεξε, οι νέοι μας είναι ξανά έτοιμοι, εμείς;

Δεν υπάρχουν σχόλια: